Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2021 20:17

Τουρισμός και απασχόληση: Το φαινόμενο των «κενών θέσεων»

Γράφτηκε από την
Τουρισμός και απασχόληση: Το φαινόμενο των «κενών θέσεων»

 

 

Του Κωνσταντίνου Ανδριανόπουλου, στελέχους ξενοδοχείων και εκπαιδευτή τουρισμού

Πλησιάζοντας πια στο κλείσιμο μιας ακόμα τουριστικής σαιζόν, αξίζει νομίζω κανείς να προσπαθήσει να αναλύσει, κάποια από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της.  Μιας σαιζόν που χαρακτηρίστηκε  από τα αλλεπάλληλα πισωγυρίσματα,  την πλήρη κυριαρχία των last minute κρατήσεων, αλλά και την ασάφεια ως προς την διαμόρφωση της τελικής εικόνας της.

Αν καταφέρουμε όμως έστω και για λίγο να ξεφύγουμε, από τον απελπιστικά στενάχωρο μικρόκοσμό μας,  είναι σίγουρο ότι θα αναδειχθεί το κυρίαρχο πρόβλημα του τουριστικού κλάδου για το 2021,  αυτό δηλαδή της εξεύρεσης του απαραίτητου αριθμού ικανών επαγγελματιών.

Ένα φαινόμενο, με διαστάσεις και χαρακτήρα ντόμινο, που ξεπερνά τα γεωγραφικά όρια μιας περιοχής ή μιας χώρας, αποκτώντας πλέον παγκόσμια διάσταση.  Στις Η.Π.Α, στην Ασία, σε ολόκληρη την Ευρώπη και στην Ελλάδα, εκατομμύρια θέσεις εργασίας στον τουρισμό έμειναν κενές, καταγράφοντας την μεγαλύτερη πτώση απασχόλησης σε σχέση με άλλους κλάδους.

Μιλάμε πάντα για ένα κλάδο με εξαιρετικά μεγάλη κοινωνική διείσδυση, όπου  για παράδειγμα, 1 στους 2 ενήλικες Αμερικανούς, έχει εργαστεί κάποια στιγμή της ζωής του  στον χώρο της εστίασης & των ξενοδοχείων, ενώ 1 στους 4 δηλώνουν ότι αυτή αποτελούσε και την πρώτη αμειβόμενη απασχόλησή τους, το κλειδί  δηλαδή για την είσοδο τους  στον εργασιακό βίο. 

Κάθε λοιπόν δυσλειτουργία του κλάδου, συνεπάγεται πολύ περισσότερα από την απώλεια του μισθού, οδηγώντας  σε φαινόμενα  όπως  αυτά της απώλειας κοινωνικής κινητικότητας αλλά και της σταθερότητας.  Το γεγονός μάλιστα αυτό, σε εθνικό πλέον επίπεδο, απειλεί να παρεμποδίσει την ανάκαμψη της χώρας και να δημιουργήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Είναι γνωστό ότι ο τουρισμός στην ελληνική οικονομία, έχει κυρίαρχο ρόλο μιας κι αντιπροσωπεύει το 20-22% της οικονομικής παραγωγής, αποτελώντας ταυτόχρονα τον μεγαλύτερο εργοδότη, μιας κι απασχολεί το 10% του εργατικού δυναμικού.   Η χώρα μας μπορεί να ζει από τον τουρισμό, ποτέ όμως δεν άνοιξε σοβαρή συζήτηση γι’ αυτόν. Το φαινόμενο των «κενών θέσεων», άγγιξε τόσο την κατηγορία των μόνιμων εργαζομένων, όσο κι αυτή των εποχιακών, που αποτελεί άλλωστε, σημαντικότατο κομμάτι του κλάδου. Οι περισσότεροι μάλιστα εκτιμούν ότι σε πολύ λίγους  μήνες από τώρα, ο τουριστικός κλάδος, θα κληθεί να αντιμετωπίσει την ίδια ακριβώς πρόκληση.

Τα πιθανά αίτια που οδήγησαν στην πρωτοφανή αυτή έλλειψη προσωπικού κατά την επανέναρξη του τουρισμού, είτε μιλάμε για το μικρό παραλιακό μεζεδοπωλείο της Καλαμάτας, είτε για την υπερπολυτελή ξενοδοχειακή μονάδα στην Ρόδο των 400+ δωματίων, είναι αρκετά  κι ίσως περισσότερο σύνθετα απ’ όσο θα ανέμενε κανείς.   

Κατά της διάρκεια της πρωτοφανούς υγειονομικής κρίσης που σε παγκόσμιο επίπεδο βιώνουμε, κάθε οικονομική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένου του τουριστικού κλάδου, κατέγραψε  σημαντικότατες απώλειες στη διάρκεια του πολύμηνου lock down. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, σημαντικός αριθμός εργαζομένων στα ξενοδοχεία και την εστίαση που μπήκαν σε αναστολή, μετακινήθηκε προς άλλους κλάδους, που δεν βίωσαν το φαινόμενο με την ίδια ένταση ή είχαν να διαχειριστούν σημαντικά λιγότερους περιορισμούς στη λειτουργία τους.

Εκτιμάται ακόμη ότι, το αίσθημα ανασφάλειας και φόβου από τις συνεχείς μεταλλάξεις του ιού, επηρέασε σημαντική μερίδα εργαζομένων από την επιστροφή στα καθήκοντά τους, θέτοντας ερωτήματα για αυστηρότερα υγειονομικά μέτρα προστασίας, πιο ευέλικτες μορφές απασχόλησης κι εξ αποστάσεως εργασία, όπου αυτό ήταν βέβαια εφικτό.

Σημαντικό ρόλο για τον ελληνικό τουρισμό, έπαιξε βέβαια και το φαινόμενο της «μετανάστευσης» σημαντικού αριθμού ικανών στελεχών, προς τις νέες ηγέτιδες τουριστικές χώρες όπως λ.χ στα Αραβικά Εμιράτα ή σε Ευρωπαϊκές χώρες. Σε ένα πλήρως παγκοσμιοποιημένο κι ανοιχτό περιβάλλον εργασίας, είναι βέβαια αυτονόητο ικανά στελέχη να μετακινούνται σε αναζήτηση νέων εργασιακών προκλήσεων. 

Άλλοι πάλι, μίλησαν για μια «βιομηχανία επιδομάτων», με αρκετούς εργαζόμενους να προτιμούν την κρατική ενίσχυση, από την επιστροφή στην πρότερη εργασία τους.  Με δεδομένο ότι αυτό ισχύει,  για μερίδα μόνο ευνοούμενων από την απαραίτητη ομπρέλα προστασίας της πολιτείας, κυρίως δηλαδή για όσους δηλαδή  έχουν συμπληρωματικές πηγές εισοδημάτων, δεν μπορεί να εφαρμόζεται στη συντριπτική πλειοψηφία εργαζομένων, που σαφέστατα δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις βασικές βιοποριστικές ανάγκες μιας οικογένειας με ένα τέτοιο ποσό.

Αν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε όμως την απλή καταγραφή του φαινομένου, ποια άραγε άμεσα μέτρα θα μπορούσε να ληφθούν, για την αντιμετώπιση της σημαντικότατης αυτής κρίσης;

Στην προσπάθεια αυτή, η ελληνική πολιτεία, καλείται να παίξει ένα σημαντικότατο ρόλο, πολύ φοβάμαι όμως πως δεν είναι καθόλου έτοιμη γι΄ αυτό…  Οι παθογένειες ενός ολόκληρου συστήματος, δεν αντιμετωπίζονται με ασπιρίνες.  Η προοπτική της αλλαγής της φιλοσοφίας, από το στάδιο της μερικής αναπλήρωσης μέρους του χαμένου εισοδήματος, σε αυτό της ουσιαστικής ενίσχυσης της ίδιας της απασχόλησης, μοιάζει να είναι μονόδρομος, ιδιαίτερα αν εφαρμοστεί με γενναιότητα κι αποφασιστικότητα.  Ας επιδοτήσουμε επιτέλους την ΕΡΓΑΣΙΑ κι όχι την ανεργία.

Ίσως στο σημείο αυτό, να είναι χρήσιμη η επανάληψη της  ρήσης της Αμερικανίδας Λουίζ Χέι: «Δεν διορθώνω προβλήματα. Διορθώνω τη σκέψη μου και τα προβλήματα λύνονται μόνα τους

Από την άλλη πλευρά, αυτή της εργοδοσίας, είναι σίγουρο ότι θα κληθούν οι επιχειρήσεις εκ των πραγμάτων  πλέον,  να ξεπεράσουν αγκυλώσεις χρόνων. Σε ένα περιβάλλον μειωμένης προσφοράς κι αυξημένης ζήτησης, οι επιχειρήσεις που θα διασφαλίσουν ένα σταθερό κι υγιές περιβάλλον εργασίας και θα προσφέρουν ανταγωνιστικά πακέτα αποδοχών, θα βρεθούν σε ευνοϊκότερη θέση.  Αυτονόητο είναι ότι θα πρέπει να παρέχουν προοπτικές συνεχούς ανάπτυξης στους συνεργάτες τους, αλλά και την απαιτούμενη αναγνώριση του έργου που επιτελούν καθημερινά.  Η αδιάρρηκτη ηθική, αλλά και τυπική δέσμευση των εργαζομένων με την επιχείρηση, είναι θαρρώ η πλέον αναγκαία επένδυση για το ίδιο το μέλλον του οργανισμού και κάθε απώλεια επαγγελματία, σημαντικότατο κόστος.

Ας επιστρέψουμε στην μεγάλη όμως εικόνα…

Ο τουρισμός το 2021, έτος #2 της πρωτοφανούς υγειονομικής κρίσης, άντεξε!

Σε τοπικό, εθνικό, αλλά και παγκόσμιο επίπεδο, ανέκτησε σημαντικό μέρος της δυναμικής του αλλά και των απωλειών (50%-85%) σε σχέση με τη χρονιά ρεκόρ του 2019, ενώ ποσοστό μεγαλύτερο του  95% των ξενοδοχείων, μπήκε σε πλήρη λειτουργία.  Η εμπιστοσύνη και η αισιοδοξία στη θεώρηση των μελλοντικών εξελίξεων, σε μεγάλο βαθμό επέστρεψαν κι η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρηματιών,  θεωρεί ότι επιστρέφουμε στην κανονικότητα, όπως τουλάχιστον την βιώναμε ως τις αρχές του 2020.

Ο τουριστικός κλάδος, ένας από τους πιο κερδοφόρους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, προσφέρει προοπτικές καριέρας για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους. Αναλογιζόμενοι μάλιστα  ότι  η ανεργία στην χώρα μας φτάνει το 16,5% , η μεγαλύτερη σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταλαβαίνει κανείς τη συμβολή του.  Ακόμη και στη περίοδο  της κρίσης 2010-2020, ποσοστό μεγαλύτερο του 90% των επιχειρήσεων που άνοιξαν, αφορούσαν τον τομέα των τροφίμων & ποτών. Ο κλάδος του τουρισμού και της εστίασης,  δίνει σήμερα και θα εξακολουθήσει και στο μέλλον να δίνει πληθώρα ευκαιριών για δυναμική εξέλιξη και έναν ισχυρότατο ορίζοντα καριέρας, για κάθε έναν που έχει πρόθεση να δημιουργήσει. Ταυτόχρονα η καθημερινή ενασχόληση σε ένα χώρο όπως αυτός  μιας οργανωμένης ξενοδοχειακής ή επισιτιστικής επιχείρησης,  αποτελεί πολύτιμη κι αστείρευτη πηγή μοναδικών εμπειριών και γνώσεων. 

Σε μια εποχή που απαιτεί συνεχή εκπαίδευση και εξέλιξη στον επαγγελματικό τομέα, είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ότι αποτελεί πλέον ξεκάθαρη στρατηγική επιλογή της πολιτείας, η θέσπιση της επαγγελματικής κατάρτισης στη θέση του οδηγού για τα επόμενα χρόνια με την ενίσχυση του θεσμικού ρόλου των Ι.Ε.Κ. Οι σύγχρονες και ελκυστικές τουριστικές ειδικότητες των Ι.Ε.Κ, όπως αυτές  που προσφέρουν οι ειδικότητες των Τουριστικών και της Μαγειρικής, διασφαλίζουν  σημαντικές ευκαιρίες άμεσης σταδιοδρομίας στον τουριστικό κλάδο. Με τον τρόπο αυτό, αποκτούν κυρίαρχο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, έναντι ακόμη και προγραμμάτων τμημάτων Α.Ε.Ι, που δεν έχουν καταφέρει να προσφέρουν ευκαιρίες πρόσβασης εργασίας στους πτυχιούχους τους. Άλλωστε αυτό καταδεικνύεται κι από το γεγονός, πως σχεδόν 1  στους 4 σπουδαστές των Ι.Ε.Κ., είναι κάτοχος πτυχίου Α.Ε.Ι που επιθυμεί να αποκτήσει εξειδίκευση σε ένα τομέα, όπως αυτός του τουρισμού που μπορεί να του προσφέρει πληθώρα δυνατοτήτων απασχόλησης, αξιοπρεπή αμοιβή και περιβάλλον εργασίας και κυρίως, νέους δρόμους και διαδρομές. 

Μια νέα γενιά στελεχών στον τουρισμό αρχίζει να δημιουργείται, μέσα από σύγχρονες μορφές εκπαίδευσης. Στελεχών που διαθέτουν όλα τα απαραίτητα εφόδια και δεξιότητες, για να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της νέας εποχής στον τουρισμό.  Τα στερεότυπα πλέον κατέρρευσαν, οι σπουδές σε τουριστικές ειδικότητες που τις αποζητά η αγορά εργασίας, αποτελούν τον ασφαλέστερο δρόμο για επαγγελματική αποκατάσταση.

Ο τουρισμός άντεξε και χρειάζεται ικανά στελέχη & συνεργάτες, ας τα καλωσορίσουμε στην νέα εποχή!


NEWSLETTER