Τριάντα χρόνια μετά, η νύχτα των Ιμίων δεν ανήκει στο παρελθόν. Υπήρξε το σημείο καμπής όπου η τουρκική αμφισβήτηση μετατράπηκε σε στρατηγική και η ελληνική πολιτική τάξη απέτυχε να μετατρέψει την εθνική δοκιμασία σε συλλογικό μάθημα. Οι συνέπειες παραμένουν παρούσες.
Είναι νύχτα. 30 προς 31 Ιανουαρίου 1996.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε πολιτικό κενό.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου έχει παραιτηθεί και ο νέος πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης, δεν έχει ακόμη λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.
Μέσα σε αυτή τη ρευστή και εύθραυστη συγκυρία, η Τουρκία κινείται αποφασιστικά.
Πραγματοποιεί στρατιωτική απόβαση σε αφύλαχτο ελληνικό έδαφος και καταλαμβάνει μία από τις βραχονησίδες των Ιμίων.
Αμέσως μετά, εφευρίσκει μια καινοφανή και εξαιρετικά επικίνδυνη θεωρία: τις λεγόμενες «γκρίζες ζώνες». Περιοχές, νησίδες, βραχονησίδες και νησιά του Αιγαίου , δήθεν αδιευκρίνιστης εθνικής κυριαρχίας.
Στην ουσία, μετά τα Ίμια και μέχρι σήμερα, η Τουρκία αμφισβητεί ανοιχτά την ελληνική κυριαρχία σε δεκάδες ελληνικά νησιά και βραχονησίδες του Αιγαίου, μετατρέποντας την αμφισβήτηση από διπλωματική αιχμή σε πάγια στρατηγική.
Το κόστος εκείνης της θυελλώδους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, νύχτας αποδείχθηκε βαρύ για την Ελλάδα.
Εκείνη τη νύχτα, η Ελλάδα πόνεσε, μάτωσε, διασύρθηκε. Μίκρυνε.Τρία στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού χάνουν τη ζωή τους: Χριστόδουλος Καραθανάσης. Έκτορας Γιαλοψός.
Παναγιώτης Βλαχάκος. Το πλήρωμα του ελικοπτέρου που εκτελεί αποστολή αναγνώρισης πάνω από τα Ίμια. Στην επιστροφή, το ελικόπτερο συντρίβεται στη θάλασσα.
Με εντολή του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Ναύαρχος Χρήστος Λυμπέρης, αποστέλλει ανθυποβρυχιακό ελικόπτερο σε αποστολή αναγνώρισης πάνω από κατειλημμένο ελληνικό έδαφος, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η τουρκική παρουσία.
Στις 04:25 τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου 1996, η φρεγάτα «ΝΑΒΑΡΙΝΟ» F-461 αναφέρει ότι έχει ήδη απονηώσει το ελικόπτερο AB-212 ASW «ΠΝ-21», το οποίο βρίσκεται πάνω από τη νησίδα και αναμένει να μεταδώσει τα αποτελέσματα της αναγνώρισης.
Παρότι οι καιρικές συνθήκες είναι εκτός ορίων ασφαλείας, το ελικόπτερο απονηώνεται. Κατά τη διέλευσή του πάνω από τη Δυτική Ίμια, εντοπίζει και αναφέρει ότι περίπου δέκα άτομα βρίσκονται επί της βραχονησίδας. Είναι το τελευταίο σήμα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, το στίγμα του ελικοπτέρου χάνεται από τα ραντάρ.
Λίγο πριν ξημερώσει η 31η Ιανουαρίου, ο Υπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος Πάγκαλος συνομιλεί με τον υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ.
Καταλήγουν στη γνωστή φόρμουλα: «όχι πλοία – όχι στρατεύματα – όχι σημαίες». Αποχώρηση από τα ΙΜΙΑ και υποστολή σημαίας. Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα υποχρεώνεται να υποστείλει σημαία από ελληνικό έδαφος.
Την επομένη 31η Ιανουάριου, ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης, από το βήμα της Βουλής ευχαριστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες για τον καταλυτικό ρόλο τους στην αποκλιμάκωση. Δέχεται έντονη κριτική από βουλευτές της αντιπολίτευσης , αλλά... και του ΠΑΣΟΚ.
Τα Ίμια δεν ήταν απλώς ένα «θερμό επεισόδιο».Ήταν η πρώτη ρωγμή στην ελληνική κυριαρχία.Η πιλοτική εφαρμογή των «γκρίζων ζωνών».Η απαρχή μιας αναθεωρητικής στρατηγικής της Τουρκίας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Κύπρο.
Μιας στρατηγικής που στηρίζεται στην επίδειξη στρατιωτικής ισχύος και κινείται εκτός του πλαισίου της διεθνούς νομιμότητας.
Η κρίση των Ιμίων προκάλεσε σεισμικές αναταράξεις στο πολιτικό σύστημα της χώρας.
Η κριτική στη διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση Κώστα Σημίτη είναι θεμιτή, αναγκαία και ιστορικά επιβεβλημένη.
Άλλο όμως η κριτική. Και άλλο η κομματική εκμετάλλευση μιας εθνικής περιπέτειας με ατυχή κατάληξη.
Μπορούμε και μάλλον οφείλουμε , να μιλάμε για καπηλεία των Ιμίων και στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο.
Μια σοβαρή εθνική κρίση με αρνητικό αποτύπωμα μετατράπηκε από τη Νέα Δημοκρατία και όχι μόνο, αλλά κυρίως , σε εργαλείο αντιπολιτευτικής φθοράς, με πολεμοκάπηλη, απλουστευτική και βαθιά διχαστική ρητορική.
Μια ρητορική που υπερέβη τη θεμιτή πολιτική κριτική και άγγιξε τα όρια της κομματικής προπαγάνδας.
Το πρόβλημα δεν είναι η κριτική στον Σημίτη ή στο ΠΑΣΟΚ.
Το πρόβλημα είναι ότι μια εθνική αποτυχία εργαλειοποιήθηκε κομματικά, αντί να λειτουργήσει ως συλλογικό μάθημα στρατηγικής.
Εδώ εντοπίζεται το κρίσιμο έλλειμμα: η απουσία εθνικής στρατηγικής συνέχειας.
Σε μια χώρα με μόνιμη τουρκική αναθεωρητική πίεση, με συγκρουσιακό διεθνές περιβάλλον, με αποσταθεροποίηση στον γεωγραφικό της περίγυρο, και με Ελλάδα και Κύπρο διαρκώς εκτεθειμένες, θα έπρεπε όλα τα κόμματα να συμμετέχουν στη διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής, με συνέχεια, θεσμική μνήμη και υπερκομματική ευθύνη.
Αντί γι’ αυτό, καλλιεργήθηκε διχαστικό κλίμα, εσωτερική καχυποψία και η εικόνα μιας χώρας που αδυνατεί να συμφωνήσει ακόμη και στα στοιχειώδη της ασφάλειας και της αποτροπής.
Και εδώ μπαίνει και το εξής ερώτημα: Είναι στοιχείο ευθύνης και πολιτικής ωριμότητας η αποφυγή ενός τέτοιου παραλυτικού διχασμού;Ναι. Απολύτως ναι.
Διότι ο διχασμός αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική ισχύ, πλήττει το διεθνές κύρος της χώρας και λειτουργεί ως δώρο στον αναθεωρητισμό.
Τριάντα χρόνια μετά, η ανακύκλωση πατριδοκάπηλης ρητορείας από κυβερνητικά στελέχη, με στοχοποίηση πολιτικών αντιπάλων και ιστορικών «επιγόνων», δεν συνιστά πατριωτισμό. Συνιστά πολιτικό σφάλμα, ηθική αστοχία και επικίνδυνο διχασμό.
Τα εθνικά τραύματα δεν προσφέρονται για συμψηφισμούς, ούτε για εσωκομματικές σκοπιμότητες.
Αν κάτι όφειλε να έχει αποκομίσει η χώρα τριάντα χρόνια μετά τα Ίμια, είναι συλλογικά διδάγματα.
Διδάγματα χωρίς αστερίσκους, χωρίς υστερόβουλες ερμηνείες, ώστε να μην επαναληφθούν ποτέ ξανά τα απαράδεκτα εκείνης της νύχτας.
Αντί για κομματική αντιπαλότητα, απαιτείται διακομματική συναίνεση στη διαμόρφωση ενός ενιαίου Εθνικού Σχεδίου Διαχείρισης Κρίσεων.
Μιας συγκροτημένης στρατηγικής που δεν θα διχάζει αλλά θα ενώνει, που δεν θα αναμοχλεύει πληγές αλλά θα τις επουλώνει, που θα θωρακίζει τη χώρα θεσμικά, πολιτικά, στρατιωτικά και επιχειρησιακά.
Και, κυρίως, ένας πολιτικός κόσμος σύσσωμος, με εθνική ευθύνη και πατριωτική συνείδηση, οφείλει να προστατεύσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, έχοντας στο πλευρό του τη πιο ουσιαστική και πραγματική δύναμη αποτροπής: τη συμπαράσταση και την εμπιστοσύνη του Ελληνικού Λαού.
