«….το καρναβάλι τέλειωσε κι αυτοί μάσκες πουλάνε στο παζάρι»
Βαγγέλης Γερμανός, Μάσκες, Τα μπαράκια (1981)
Στον απόηχο της λήξης των καρναβαλικών εκδηλώσεων, η χώρα εξακολουθεί να δίνει την εντύπωση ενός απέραντου καρναβαλιού σε όλα τα επίπεδα του δημοσίου βίου. Από τις τραγελαφικές καταστάσεις στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, στα σκηνοθετημένα και αμφοτέρωθεν επιδιωκόμενα επεισόδια του Νοσοκομείου Νίκαιας κατά την άφιξη του Υπουργού Υγείας και από εκεί στις γραφικές πλέον αντεγκλήσεις μεταξύ στελεχών δημοτικής αρχής και αντιπολίτευσης στο Δημοτικό Συμβούλιο Καλαμάτας, ο ελληνικός δημόσιος βίος παραπαίει ακολουθώντας την επικίνδυνη διεθνή τάση και διολισθαίνει σε επικίνδυνα μονοπάτια που εκτρέφουν τις αντισυστημικές και αντιδημοκρατικές τάσεις.
Εν μέσω αυτής της κατάστασης, η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να εκκινήσει τη διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος μοιάζει να εξυπηρετεί αποκλειστικά επικοινωνιακές και εκλογικές στοχεύσεις, χωρίς πραγματική πρόθεση για τις ευρύτερες, διακομματικές συναινέσεις που απαιτούνται ώστε να επιτευχθούν οι βαθιές θεσμικές τομές που θα οδηγήσουν τη χώρα με ασφάλεια στη νέα εποχή. Η επισκόπηση άλλωστε της πρότασης της κυβερνητικής πλειοψηφίας ως προς τις αναθεωρητέες διατάξεις αποδεικνύει του λόγου το αληθές.
Από αυτήν δεν προκύπτει καμία ουσιαστική διάθεση για μεγάλες παρεμβάσεις αλλά δίδεται έμφαση κυρίως σε λεκτικές αλλαγές χωρίς επίδραση στα σοβαρά ζητήματα που προτάσσει η ελληνική κοινωνία (πχ ανεξαρτησία δικαιοσύνης, κατάργηση ειδικού καθεστώτος για ποινική ευθύνη των Υπουργών κλπ). Παρά λοιπόν τις επιμέρους ενδιαφέρουσες προτάσεις (όπως η κατάργηση της δυνατότητας της κυβέρνησης να ζητεί τη διάλυση της Βουλής για εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας), η αναθεωρητική πρόταση της πλειοψηφίας κινείται στα ρηχά και, δεδομένου του αγεφύρωτου χάσματος μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, έχει ελάχιστες πιθανότητες να συγκεντρώσει τις 180 θετικές ψήφους που απαιτούνται ώστε η επόμενη Βουλή να προχωρήσει στον καθορισμό του περιεχομένου των υπό αναθεώρηση διατάξεων με πλειοψηφία 151 βουλευτών.
Αυτό που απαιτεί όμως σήμερα και επιτακτικά η ελληνική κοινωνία είναι η επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων για την αποκατάσταση της θεσμικής ισορροπίας και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, για τη λογοδοσία και τον περιορισμό της αυθαιρεσίας των δημοσίων λειτουργών, για την ενίσχυση της αξιοκρατίας και την καταπολέμησης της διαφθοράς στο δημόσιο βίο, για την εμπέδωση αισθήματος δικαιοσύνης και ασφάλειας μεταξύ των πολιτών και για μια πιο δίκαιη και ισόρροπη κατανομή του εθνικού πλούτου προς όφελος των μεσαίων και πιο αδύναμων εισοδημάτων. Στο πλαίσιο αυτό η επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος επιβάλλεται να κινηθεί προς την ακόλουθη κατεύθυνση:
-κατάργηση του παντοδύναμου πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου που διαμορφώθηκε στη χώρα με την αναθεώρηση του 1986. Αποκατάσταση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας αλλά και του τρόπου εκλογής του με ευρύτερη πλειοψηφία, όπως αποτυπώνονταν στο πρώτο μεταπολιτευτικό Σύνταγμα του 1975, ώστε να αποκατασταθεί ένα ισχυρό αντίβαρο εντός της εκτελεστικής εξουσίας. Ίδρυση μόνιμου Συνταγματικού Δικαστηρίου σε αντικατάσταση του ad hoc Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, ώστε να ελέγχεται συγκεντρωτικά η συνταγματικότητα των νόμων αλλά και πολλών κυβερνητικών πράξεων που σήμερα είναι παντελώς ανέλεγκτες.
- θέσπιση ανώτατου ορίου δύο θητειών για όλα τα δημόσια αξιώματα (από πρωθυπουργό έως και Δήμαρχο), για να αποτρέπονται αυθαιρεσίες και καταχρήσεις από την πολυετή παραμονή στην εξουσία.
- κατάργηση του ρόλου της Βουλής στη διαδικασία για την ποινική ευθύνη των Υπουργών με ριζική αναθεώρηση του άρθρου 86. Οι δικογραφίες κατά Υπουργών να διαβιβάζονται στη Βουλή, η οποία θα μπορεί να αρνείται στην εισαγγελική αρχή την άδεια για προκαταρκτική εξέταση και άσκηση ποινικής δίωξης μόνο με αυξημένη πλειοψηφία 180 ψήφων και εντός δύο μηνών από τη διαβίβαση. Διαφορετικά θα θεωρείται ότι η άδεια έχει παρασχεθεί. Οι Υπουργοί θα δικάζονται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το αρμόδιο ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, χωρίς καμία άλλη προνομιακή μεταχείριση.
- ενίσχυση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης με θέσπιση εκλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων με μυστική ψηφοφορία μεταξύ των μελών των οικείων ολομελειών. Η κυβέρνηση θα υποχρεούται να διορίζει όποιον εκλέγουν οι δικαστικοί λειτουργοί, πλην της περίπτωσης ισοψηφίας.
-καθιέρωση ασυμβιβάστου μεταξύ των ιδιοτήτων Υπουργού και Βουλευτή
-θέσπιση αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας σε αμετακλήτως καταδικασθέντες για αδικήματα εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος και σε βαθμό κακουργήματος όπως και για κακουργηματική φοροδιαφυγή.
Μακριά λοιπόν από θεσμικά και πολιτικά μασκαραλίκια, που υποκινούνται από τον αφόρητο προσωπικό ναρκισσισμό ορισμένων πολιτικών προσώπων, η χώρα μας καλείται σήμερα να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών με γενναίες αποφάσεις και ενότητα. Και η ενότητα αυτή δεν μπορεί παρά να σφυρηλατηθεί μόνο μέσα από μεγάλες θεσμικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που θα υλοποιηθούν με προσέγγιση διαχρονική και θα υπηρετηθούν από πρόσωπα χωρίς κομματική ταύτιση. Καθώς ζούμε σε ένα κλίμα πρωτοφανούς διεθνούς αβεβαιότητας, η επίπλαστη σταθερότητα που επικαλείται ο σημερινός πολιτικός «θίασος» ουδόλως εξυπηρετεί μακροπρόθεσμα τα εθνικά συμφέροντα αλλά μας βυθίζει στην κανονικοποίηση της διαφθοράς, του αισθήματος της αδικίας, της υπερσυγκέντρωσης της εξουσίας και της αδιαφανούς και άδικης κατανομής του δημοσίου χρήματος εις βάρος των πολλών. Αντίθετα, χρειαζόμαστε επειγόντως εθνική επανεκκίνηση. Αρκεί να πέσουν οι μάσκες των πολιτικών καρνάβαλων.
*Ο Νίκος Θεοδώρου είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και Διδάκτωρ Δημοσίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ludwig-Maximilians του Μονάχου. Ιστοσελίδα: www.ntheodorou.gr
