Κυριακή, 21 Ιουνίου 2026 18:28

Δεν είμαστε αρνητές των επενδύσεων, είμαστε αρνητές της καθίζησης

Γράφτηκε από την

Δεν είμαστε αρνητές των επενδύσεων, είμαστε αρνητές της καθίζησης

Του Γιώργου Καραμπάτου, Εκτελεστικού Διευθυντή Πολιτιστικού Οργανισμού «Δρόμοι της Ελιάς», π. Προέδρου Επιμελητηρίου Μεσσηνίας

Η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται με ετικέτες

Η συζήτηση για τις επενδύσεις στη Μεσσηνία και στην Πελοπόννησο δεν μπορεί να γίνεται με καταλόγους «αρνητών», ειρωνείες και εύκολες κατηγοριοποιήσεις. Είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να χωρέσει σε απλουστεύσεις. Και κυρίως είναι πολύ σοβαρή για να αντιμετωπίζεται κάθε πολίτης, κάθε φορέας, κάθε επαγγελματίας που ζητά μελέτες, διαφάνεια, χωροταξικό σχεδιασμό και τοπικά οφέλη ως εχθρός της ανάπτυξης.

Η καθίζηση δεν προκλήθηκε από όσους ρωτούν

Η Πελοπόννησος πράγματι βρίσκεται σε εισοδηματική καθίζηση. Αυτό όμως δεν συνέβη επειδή οι πολίτες ρωτούν. Συνέβη επειδή επί δεκαετίες δεν υπήρξε συνεκτικό σχέδιο. Επειδή κυριάρχησε το αθηνοκεντρικό μοντέλο. Επειδή υποβαθμίστηκε ο σιδηρόδρομος. Επειδή το λιμάνι της Καλαμάτας, το νοτιότερο της ηπειρωτικής Ελλάδας, δεν αντιμετωπίστηκε ως στρατηγική πύλη, αλλά συχνά ως ακίνητο προς αξιοποίηση. Επειδή η ύπαιθρος άδειασε, τα χωριά έχασαν νέους ανθρώπους, καφενεία, σχολεία, παραγωγική ζωή. Επειδή η περιφέρεια συχνά αντιμετωπίστηκε ως χώρος αναμονής και όχι ως τόπος δημιουργίας.

Άρα, ας μη συγχέουμε τις αιτίες με τα συμπτώματα. Η καθίζηση της Πελοποννήσου δεν προκλήθηκε από όσους ζητούν σοβαρότητα στις επενδύσεις. Προκλήθηκε από όσους για χρόνια αποδέχθηκαν την απουσία σχεδίου.

Ναι στις επενδύσεις - αλλά με κανόνες

Ναι, η Μεσσηνία χρειάζεται επενδύσεις. Χρειάζεται θέσεις εργασίας, νέες δραστηριότητες, τουρισμό υψηλής ποιότητας, παραγωγική ανασυγκρότηση, εξωστρέφεια. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να το αρνηθεί.

Όμως άλλο πράγμα είναι η επένδυση με κανόνες και άλλο η αντίληψη ότι κάθε μεγάλο έργο πρέπει να γίνεται αποδεκτό άκριτα, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς πλήρη φάκελο, χωρίς δεσμευτικά τοπικά οφέλη και χωρίς να έχει προηγηθεί ο αναγκαίος χωροταξικός σχεδιασμός.

Παραλιακό μέτωπο: δημόσιο αγαθό, όχι τεχνική λεπτομέρεια

Ειδικά όταν μιλάμε για παραλιακό μέτωπο, η ευθύνη είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ο αιγιαλός και η παραλία δεν είναι απλώς τεχνικές παράμετροι μιας επένδυσης. Είναι δημόσια αγαθά. Είναι κοινός χώρος. Είναι στοιχείο ταυτότητας της Καλαμάτας.

Δεν αρκεί, λοιπόν, να λέμε γενικά ότι μια επένδυση θα φέρει ανάπτυξη. Πρέπει να απαντάμε συγκεκριμένα:

  • Ποιος θα έχει πρόσβαση στην παραλία;
  • Ποια έργα θα γίνουν στον αιγιαλό;
  • Ποιες υποδομές θα αποκτήσει η πόλη;
  • Πόσες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν;
  • Θα έχουν προτεραιότητα οι ντόπιοι εργαζόμενοι;
  • Θα στηριχθεί η τοπική αγορά ή θα δημιουργηθεί ένα κλειστό οικοσύστημα πολυτελούς κατανάλωσης;

Αυτά δεν είναι ερωτήματα «αρνητών». Είναι ερωτήματα υπεύθυνης κοινωνίας.

Ξενοδοχειακά κρεβάτια ή ακόμη περισσότερες κατοικίες;

Η Καλαμάτα χρειάζεται ξενοδοχειακά κρεβάτια, όχι απλώς περισσότερες πολυτελείς κατοικίες που μπορεί αύριο να λειτουργούν ως βραχυχρόνιες μισθώσεις.

Με χιλιάδες ακίνητα τύπου Airbnb ήδη στην πόλη, οφείλουμε να γνωρίζουμε αν η επένδυση θα ενισχύσει πραγματικά την ξενοδοχειακή υποδομή και την τοπική απασχόληση ή αν θα προσθέσει ακόμη ένα κλειστό απόθεμα κατοικιών, με ασαφείς ιδιοκτήτες και περιορισμένο όφελος για την Καλαμάτα.

Αυτό είναι κρίσιμο. Διότι άλλο είναι μια οργανωμένη ξενοδοχειακή επένδυση που δημιουργεί σταθερές θέσεις εργασίας, συνεργάζεται με την τοπική αγορά και ενισχύει τη συνολική τουριστική υποδομή της πόλης, και άλλο ένα σύστημα πολυτελών κατοικιών που μπορεί να λειτουργήσει κυρίως ως επενδυτικό προϊόν, αποκομμένο από την καθημερινή οικονομική ζωή της Καλαμάτας.

Το Fast Track δεν μπορεί να προηγείται του σχεδίου

Το ίδιο ισχύει και για τη διαδικασία Fast Track. Η ταχύτητα μπορεί να είναι χρήσιμη όταν υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Γίνεται όμως προβληματική όταν προηγείται του σχεδιασμού.

Δεν μπορεί μια περιοχή να βρίσκεται σε διαδικασία χωροταξικού σχεδιασμού για το παράκτιο μέτωπό της και ταυτόχρονα να καλείται να αποδεχθεί κρίσιμες αποφάσεις που ενδέχεται να προκαταλάβουν αυτόν ακριβώς τον σχεδιασμό.

Αν η επένδυση είναι πράγματι στρατηγική, τότε πρέπει να το αποδείξει. Όχι με τίτλους, αλλά με μελέτες, δεσμεύσεις και ελέγξιμα οφέλη.

Η πραγματική διαχωριστική γραμμή

Η πραγματική διαχωριστική γραμμή δεν είναι ανάμεσα σε «φίλους» και «εχθρούς» των επενδύσεων. Είναι ανάμεσα σε όσους θέλουν επενδύσεις που εντάσσονται σε σχέδιο και σε όσους θεωρούν ότι το σχέδιο περισσεύει. Είναι ανάμεσα σε όσους ζητούν ανάπτυξη με δημόσιο όφελος και σε όσους πιστεύουν ότι η τοπική κοινωνία πρέπει απλώς να χειροκροτεί αποφάσεις που λαμβάνονται αλλού.

Η δημοσιογραφία μπορεί και πρέπει να βοηθήσει σε αυτή τη συζήτηση. Όχι αναπαράγοντας εύκολες ετικέτες, αλλά φωτίζοντας τα πραγματικά ερωτήματα:

  • γιατί η Πελοπόννησος έμεινε πίσω;
  • ποιο μοντέλο ανάπτυξης χρειαζόμαστε;
  • ποιες υποδομές εγκαταλείφθηκαν;
  • και πώς διασφαλίζεται ότι ο πλούτος που παράγεται στον τόπο θα μένει, έστω σε σημαντικό βαθμό, στον τόπο;

Η Πελοπόννησος χρειάζεται σχέδιο

Η Πελοπόννησος δεν χρειάζεται οίκτο. Χρειάζεται σχέδιο. Χρειάζεται λιμάνι ως νότια πύλη, επαναλειτουργία του σιδηρόδρομου, ζωντανά χωριά, παραγωγικές κοινότητες, σεβασμό στον πολιτισμό της, ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό και επενδύσεις που δεν θα έρχονται ως εξαιρέσεις, αλλά ως μέρος μιας συλλογικής στρατηγικής.

Δεν είμαστε αρνητές των επενδύσεων. Είμαστε αρνητές της καθίζησης. Είμαστε αρνητές της αδιαφάνειας. Είμαστε αρνητές της λογικής ότι η ανάπτυξη είναι υπόθεση λίγων και όχι δικαίωμα μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Και τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε επενδύσεις. Το ερώτημα είναι τι είδους επενδύσεις θέλουμε, με ποιους όρους, με ποια ανταποδοτικότητα, με ποιον σεβασμό στον τόπο και με ποια συμμετοχή των πολιτών.

Αν αυτό ονομάζεται άρνηση, τότε ίσως κάποιοι έχουν παρεξηγήσει όχι μόνο την ανάπτυξη, αλλά και τη δημοκρατία.

 

 

* Αφορμή της παρούσας ανοικτής επιστολής αποτελεί το άρθρο του δημοσιογράφου Θανάση Λαγού, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕλΕΥΘΕΡΙΑ» την Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026 στη 2η σελίδα, στο οποίο όσοι ζητούν διαφάνεια, μελέτες, χωροταξικό σχεδιασμό και δεσμευτικά τοπικά οφέλη εμφανίζονται συλλήβδην ως «αρνητές των επενδύσεων».