Κυριακή, 28 Ιουνίου 2026 19:27

Στου Ντέτζη….

Γράφτηκε από τον

Στου Ντέτζη….

 

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Πριν από περισσότερα από εκατόν είκοσι χρόνια, στην πολυεθνική Σμύρνη. Στους μαχαλάδες της ζούσαν δίπλα-δίπλα Έλληνες, Αρμένηδες, Λεβαντίνοι, Εβραίοι και Τούρκοι. Ο Μανώλης, γερό και δυνατό παληκάρι δούλευε σκληρά στα ταμπάκικα. Έμενε στον ελληνικό μαχαλά του Άγιου Τρύφωνα. Είχε στόματα να θρέψει. Τους γέροντες γονείς του αλλά και τις ανύπαντρες αδερφές του. Σκληρή, δύσκολη δουλειά η κατεργασία του δέρματος. Μετά τη δουλεία, ο Μανώλης, αστραφτερός και περήφανος, κατέβαινε στο κοσμοπολίτικο Και, στην προκυμαία (από τη γαλλική λέξη Quai). Όμορφο γεροδεμένο παλικάρι, τραβούσε πάνω του όλα τα βλέμματα.

Το ίδιο κι ο νεαρός Σερντάρ Ουκτσούν, που δούλευε στον Απάνω Μαχαλά, στο εμπορικό του θείου του, που πουλούσε χαλιά. Ήταν κι αυτός γεροδεμένος με φαρδιές πλάτες και περήφανο βλέμμα. Μετά τη δουλειά, κατέβαινε κι αυτός στην προκυμαία. Όταν τύχαινε να συναντήσει τον άλλον, τον Μανώλη, δεν έχανε την ευκαιρία να τον μειώσει, να τον λοιδορήσει. Η συνύπαρξή τους ήταν προβληματική αφού σχεδόν κάθε φορά αντάλλαζαν σκληρές ματιές και βαριές κουβέντες. Στο τέλος, τις περισσότερες φορές, ο Μανώλης υποχωρούσε, δίνοντας τόπο στην οργή.

Στις κοινότητες της οθωμανοκρατούμενης ελληνικής πόλης σοβούσε η αντιπαλότητα και η έντονη διαμάχη ανάμεσα στους εμπόρους και τις συντεχνίες για την κυριαρχία στη διοίκηση της κοινότητας. Όλοι την ήθελαν δική τους. Για το συμφέρον των ομοθρήσκων τους αλλά και την προσωπική τους αναγνώριση.

Κι όσο περνούσε ο καιρός, αυτοί οι δύο, ο Τούρκος κι ο Ρωμιός, δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν στον ίδιο τόπο. Ειρωνικός ο ένας, ατίθασος ο άλλος, κάθε τρεις και λίγο ξέσπαγαν καυγάδες. Ήρθε και η αντιπαλότητα των υποψηφίων για τη διοίκηση της κοινότητας και το πράγμα πήρε σοβαρές διαστάσεις. Ο Σερντάρ μπήκε υποψήφιος από τους εμπόρους, ο Μανώλης θὰ αντιπροσώπευε τη συντεχνία των βυρσοδεψών. Άγριες εποχές, με οξείες αντιπαραθέσεις.

Στο κυριακάτικο παζάρι συναντήθηκαν. Αντάλλαξαν ματιές γεμάτες μίσος και απαξίωση και απομακρύνθηκαν. Προσωρινά. Καλοθελητές υπήρχαν παντού τριγύρω. Πες ο ένας, πες ο άλλος, τους εξαγρίωσαν. Αντάλλαξαν βρισιές, η κατάσταση είχε πια εκτραχυνθεί. Δεν τους χώραγε ο τόπος και τους δύο. Για να βρεθεί μια λύση, οι μεγαλύτεροι και σοφότεροι αποφάσισαν ότι έπρεπε να λύσουν τις διαφορές τους σε έναν αγώνα πάλης. Θα έπρεπε να παλέψουν με τον τούρκικο τρόπο. Πάλη με λάδι, γιάλι-γκιουρές (yağlı güreş). Κάτι μεταξύ της ελληνορωμαϊκής και της ελεύθερης πάλης, όπου οι παλαιστές όμως παλεύουν λαδωμένοι. Χάνει αυτός που οι ώμοι του θα ακουμπήσουν στο έδαφος ή ο αντίπαλος θα καταφέρει να τον μεταφέρει στον αέρα για κάποια μέτρα. Ο μουχτάρης, ο επικεφαλής του Απάνω Μαχαλά, θα έκρινε το τελικό αποτέλεσμα. Όποιος έχανε θα  έφευγε από τη Σμύρνη και δεν θα ξαναγύριζε. Ετσι μόνο θα έληγε η μεγάλη τους αντιπαλότητα.

Οι μεγαλύτεροι όρισαν τόπο και κριτές για την αναμέτρηση. Στην άκρη του μαχαλά, οι δύο νεαροί αντίπαλοι ετοιμάστηκαν. Φόρεσαν τα στενά βουβαλίσια κισπέτια, έγιναν «πεχλιβάνηδες», λαδώθηκαν και η σύγκρουση ξεκίνησε. Θεριά. Μονομαχία μέχρι τελικής πτώσης. Γερά παιδιά που δεν μπορούσαν να χάσουν. Η ώρα περνούσε, οι λαβές ήταν δύσκολες και δυνατές, αυτοί όμως άντεχαν. Δεν μπορούσαν να ταπεινωθούν στα μάτια των δικών τους. Και η περηφάνια της φυλής ήταν πάνω απ’ όλα. Οι ώρες περνούσαν κι αυτοί πάλευαν. Κανένας δεν λύγιζε. Άρχισε να νυχτώνει. Ο μουχτάρης αποφάσισε: Ο αγώνας θα συνεχιζόταν την επόμενη ημέρα. Από το πρωί. Ο Απάνω Μαχαλάς είχε πια ξεσηκωθεί. Τόσες ώρες γιάλι-γκιουρές και δεν λύγισαν!

Την επόμενη ημέρα, οι θεατές της σκληρής μονομαχίας ξανασυγκεντρώθηκαν από την αυγή. Οι δυο αντίπαλοι ξανάρχισαν την πάλη τους. Τα δυνατά, καλολαδωμένα κορμιά απαιτούσαν ιδιαίτερες τεχνικές και μεγάλη δύναμη για να λυγίσουν. Οι λαβές ήταν εξουθενωτικές, αλλά και οι δύο μονομάχοι άντεχαν. Ο μουχτάρης εξασφάλιζε το δίκαιο αποτέλεσμα. Κι αυτοί πάλευαν. Οι ώρες περνούσαν. Κανένας δεν κατάφερνε να ακουμπήσει τους ώμους του άλλου στο γρασίδι. Κανείς δεν μπορούσε να νικήσει. Νύχτωσε. Τελικά οι γέροντες του μαχαλά και ο μουχτάρης αποφάσισαν να διακόψουν τον αγώνα. Το αποτέλεσμα ήταν ισόπαλο. Η κρίση τους ήταν: ντέτζι-ντέτζι (dengi-dengi) δηλαδή ίσα-ίσα, ισοπαλία. Στην ανακοίνωση του αποτελέσματος ο μουχτάρης τους απαγόρευσε να ξανασυναντηθούν.

Οι μέρες περνούσαν και μια περίεργη ησυχία επικρατούσε στους μαχαλάδες και την προκυμαία της Σμύρνης. Κι οι δύο δεν κατάφεραν να εκλεγούν στην εκπροσώπηση της κοινότητας. Φαινόταν όμως ότι ο Σερντάρ τη «φύλαγε» στον Μανώλη. Και το είπε. Κάποια στιγμή θα τον σκότωνε. Ο Μανώλης το έμαθε. Κατάλαβε ότι δεν μπορούσε πια να ζήσει εκεί. Το αποφάσισε. Θ’ αναζητούσε την τύχη του στην Ελλάδα. Ετοιμάστηκε να φύγει. Μάζεψε τα πράγματά του, έκλεισε μια συμφωνία για τα ναύλα και το επόμενο χάραμα θα έφευγε μ’ ένα καΐκι. Θα εγκατέλειπε τη Σμύρνη.

Το βραδάκι μπήκε στον μεϊχανέ, το καπηλειό του μαχαλά του Άγιου Τρύφωνα. Συννεφιασμένος, σκοτεινός ήπιε δύο ρακές, χαιρέτησε με τα μάτια της ψυχής του τους γείτονές του και χωρίς να πεί λέξη, βγήκε. Στον δρόμο για το λιμάνι τον είδε. Ο Ουκτσούν παραφύλαγε. Τα μαχαίρια άστραψαν στο μισοσκόταδο. Η ψυχή του Σερντάρ ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι της. Το κορμί του έμεινε στο σοκάκι.

Ανέκφραστος αλλά ανακουφισμένος, ο Μανώλης έφτασε στο λιμάνι, μπήκε στο καΐκι και σε λίγη ώρα βρισκόταν πάνω από τα κύματα του Αιγαίου.  Είχε ξεφύγει από τους δαίμονές του. Το καΐκι πήγαινε για τον Πειραιά. Ο Μανώλης κατέβηκε νωρίτερα, στα Θερμιά. Άγνωστος στο νησί, ξαναξεκίνησε τη ζωή του.Το dengi-dengi με τον Σερντάρ, τον στοίχειωνε. Και τόκανε ταμπέλα στο καπηλειό του, «στου Ντέτζη», όπως έμαθαν και τον έλεγαν οι Θερμιώτες.