Η Ευρωπαϊκή γη δεν θα καιγόταν έτσι όταν είχε ανθρώπους να τη φροντίζουν. Όταν τα χωριά ήταν ζωντανά, όταν οι αγρότες καλλιεργούσαν, όταν οι κτηνοτρόφοι έβοσκαν τα κοπάδια τους, όταν τα περιβόλια καθαρίζονταν και τα δάση είχαν ανθρώπινη παρουσία, το τοπίο διατηρούσε μια διαφορετική ισορροπία. Η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν ήταν αντίπαλος της φύσης, ήταν μέρος της διαχείρισής της. Σήμερα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Η Ευρωπαϊκή ύπαιθρος ερημώνει. Τα χωριά αδειάζουν, οι καλλιέργειες εγκαταλείπονται, τα χωράφια γεμίζουν εύφλεκτη βλάστηση και τα δάση μένουν χωρίς ουσιαστική διαχείριση. Κάθε καλοκαίρι οι πυρκαγιές γίνονται μεγαλύτερες, πιο έντονες και πιο καταστροφικές.
Η κλιματική αλλαγή είναι αυτή που κάνει το αποτέλεσμα πιο επώδυνο, επαναλαμβανόμενο πιο συχνά και πιο ορατό σε όλους. Όμως δεν εξηγεί από μόνη της γιατί το Ευρωπαϊκό τοπίο έγινε τόσο ευάλωτο. Οι πολιτικές επιλογές των τελευταίων δεκαετιών διαμόρφωσαν επίσης αυτή την πραγματικότητα.
Σε πολλές περιοχές της Ευρώπης ο πρωτογενής τομέας συρρικνώθηκε. Οι ενεργοί αγρότες μειώθηκαν, πολλές καλλιέργειες εγκαταλείφθηκαν και σημαντικές αρδευόμενες εκτάσεις περιορίστηκαν ή υποβαθμίστηκαν. Παράλληλα, μειώθηκε η συντήρηση εγγειοβελτιωτικών έργων, ορεινών υδρονομικών παρεμβάσεων, αναβαθμίδων, μικρών φραγμάτων, λιμνοδεξαμενών και άλλων υποδομών που συγκρατούσαν το νερό και προστάτευαν το έδαφος.
Την ίδια περίοδο, οι ανάγκες ύδρευσης αυξήθηκαν τρομακτικά, ιδιαίτερα στις περιοχές έντονης τουριστικής ανάπτυξης. Όλο και μεγαλύτερες ποσότητες νερού κατευθύνθηκαν στις αστικές και τουριστικές χρήσεις, ενώ έργα αειφορικής διαχείρισης, όπως η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων, η τεχνητή αναπλήρωση των υπόγειων υδροφορέων, η συλλογή ομβρίων και η διατήρηση του υδατικού ισοζυγίου, δεν προχώρησαν με τον ρυθμό που απαιτούσαν οι νέες συνθήκες διαβίωσης και υπερκατανάλωσης.
Το αποτέλεσμα είναι εδάφη ολοένα πιο ξηρά, χαμηλότερη εδαφική υγρασία, μεγαλύτερη πίεση στους υδατικούς πόρους και οικοσυστήματα πολύ πιο ευάλωτα στις πυρκαγιές. Το ίδιο συνέβη και με την κτηνοτροφία. Σε πολλές περιοχές η παραδοσιακή ελεύθερη βόσκηση υποχώρησε και μεγάλο μέρος της παραγωγής μεταφέρθηκε σε περισσότερο εντατικές, κλειστές μονάδες. Η μείωση της βόσκησης σήμαινε ότι τεράστιες εκτάσεις έπαψαν να καθαρίζονται φυσικά. Ξερή βλάστηση, θάμνοι και εύφλεκτη οργανική ύλη συσσωρεύτηκαν στα δάση και στις δασικές παρυφές, αυξάνοντας σημαντικά το διαθέσιμο καύσιμο υλικό. Για αιώνες, ο αγρότης και ο κτηνοτρόφος αποτελούσαν τους φυσικούς διαχειριστές του τοπίου. Η καθημερινή παρουσία τους περιόριζε την καύσιμη ύλη, διατηρούσε ανοικτές αντιπυρικές ζώνες, συντηρούσε αγροτικούς δρόμους και μονοπάτια και λειτουργούσε ως η πιο αποτελεσματική μορφή πρόληψης.
Σήμερα επενδύουμε κυρίως στην καταστολή. Όμως καμία χώρα δεν μπορεί να σβήσει αποτελεσματικά φωτιές που βρίσκουν μπροστά τους τεράστιες εκτάσεις γεμάτες καύσιμη ύλη και ξηρό έδαφος. Δεν καταστρέφονται μόνο δέντρα. Καταστρέφονται σπίτια, καλλιέργειες, κτηνοτροφικές μονάδες, υποδομές, περιουσίες, κόποι μιας ζωής και ολόκληρες τοπικές κοινωνίες. Χάνεται παραγωγή, φυσικό κεφάλαιο, πολιτισμός και κοινωνική συνοχή. Οι ευθύνες, επομένως, δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στην ώρα της πυρκαγιάς. Η πραγματική πρόκληση είναι να μη δημιουργούνται οι συνθήκες που επιτρέπουν σε μια φωτιά να εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη καταστροφή.
Χρειαζόμαστε μια νέα στρατηγική πρόληψης. Η προστασία της φύσης δεν επιτυγχάνεται χωρίς ανθρώπους στην ύπαιθρο. Η μεγαλύτερη αντιπυρική δύναμη δεν είναι μόνο τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα. Είναι μια ζωντανή ύπαιθρος, με ενεργούς αγρότες, κτηνοτρόφους, δασικούς, επιστήμονες και τοπικές κοινωνίες που διαχειρίζονται καθημερινά τον τόπο τους. Το πραγματικό ερώτημα συνεπώς δεν είναι μόνο ποιος θα σβήσει την επόμενη φωτιά. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε να εγκαταλείπουμε την Ευρωπαϊκή ύπαιθρο ή αν θα επενδύσουμε ξανά στον άνθρωπο που κρατά τη γη ζωντανή. Γιατί όταν εγκαταλείπεται η γη, δεν καίγονται μόνο τα δάση. Καίγεται η παραγωγή. Καίγεται η οικονομία. Καίγονται τα χωριά. Καίγεται η ίδια η προοπτική των επόμενων γενεών.
