Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2026 21:00

Το φάντασμα του «Ελληνο-Θατσερισμού»: σκέψεις με αφορμή τα 52 χρόνια από την ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας

Γράφτηκε από την

Το φάντασμα του «Ελληνο-Θατσερισμού»: σκέψεις με αφορμή τα 52 χρόνια από την ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας

 

Του Νικολάου Ε. Θεοδώρου*

«Το να είσαι ισχυρός είναι σαν το να είσαι κυρία: αν χρειάζεται να το πεις στους άλλους, τότε δεν είσαι» Margaret Thatcher (1925-2013)

 

Το φθινόπωρο του 1990, η Μάργκαρετ Θάτσερ είχε ήδη γράψει ιστορία ως η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου και μια εκ των μακροβιότερων  στην ιστορία της χώρας. Εκλεγμένη από το 1979 και έχοντας επιτύχει ήδη τρεις διαδοχικές εκλογικές νίκες, η «Σιδηρά Κυρία» είχε επιτύχει όχι μόνο να αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς στο διεθνές στερέωμα αλλά και να διαμορφώσει τη βρετανική πολιτική, οικονομία και κοινωνία όπως η ίδια πίστευε, ασυμβίβαστη με τους φίλους  και συντρίβοντας τους αντιπάλους της.

Έχοντας εφαρμόσει μια πολιτική που χαρακτηρίστηκε -όχι άδικα- ως «νεοφιλελεύθερη», η Θάτσερ διέλυσε  παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας, όπως τα συνδικάτα των ανθρακωρύχων,  προς χάρη νέων τομέων πλούτου, όπως ο χρηματοπιστωτικός τομέας, ενώ δεν δίστασε να χειριστεί ριψοκίνδυνα την κρίση στα νησιά Φώκλαντ στο νότιο Ατλαντικό Ωκεανό το 1982, όταν οι εχθροπραξίες με το στρατό της δικτατορικά κυβερνώμενης Αργεντινής,  που είχε εισβάλει στο υπερπόντιο βρετανικό έδαφος,  οδήγησαν σε μια απροσδόκητα περιφανή νίκη  η οποία ενίσχυσε ξανά το κύρος του Ηνωμένου Βασιλείου ως παγκόσμιας δύναμης. Την ίδια περίοδο, ο παραδοσιακός αντίπαλος των Συντηρητικών, το Εργατικό Κόμμα, βίωνε μια διαρκή περιδίνηση και αδυνατούσε να εκφράσει αξιόπιστη εναλλακτική για το μέλλον της χώρας, οδηγούμενος από ήττα σε ήττα.

Προϊόντος του χρόνου και ειδικά μετά την τρίτη εκλογική της νίκη το 1987, η Θάτσερ είχε αναπτύξει ένα ολοένα και περισσότερο αλαζονικό ύφος εξουσίας, λειτουργώντας πρακτικά σαν εκτελεστικός Πρόεδρος στα πρότυπα των ΗΠΑ του στενού της εταίρου Ronald Reagan. Αποκομμένη από την πραγματικότητα μεγάλου μέρους της βρετανικής κοινωνίας,  που ασφυκτιούσε  από τις πολιτικές της,  και αμετακίνητη στις ιδεολογικές της εμμονές, η Θάτσερ συγκρούστηκε ακόμα και με τους πλέον στενούς Υπουργούς της με πρόσχημα τη συμμετοχή της Βρετανίας στην ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική ενοποίηση, την οποία προσωπικά απεχθανόταν.

Κι όμως,  παρ’ ότι το φθινόπωρο του 1990 φαινόταν πολιτικά πανίσχυρη, έχοντας απομακρύνει τους αμφισβητίες και έχοντας προωθήσει στις ανώτερες κυβερνητικές θέσεις  άτομα της δικής της απόλυτης επιρροής,  σε λίγες μέρες όλα κατέρρευσαν: η παραίτηση του αντιπροέδρου της πυροδότησε την από καιρό κυοφορούμενη αλλά υποχθόνια αμφισβήτηση προς το πρόσωπό της και οδήγησε στην αδυναμία της να επιβληθεί του φιλοευρωπαίου αντιπάλου της στις εκλογές για την ηγεσία του Συντηρητικού Κόμματος. Βλέποντας τους άλλοτε ορκισμένους πολίτικούς της φίλους να την εγκαταλείπουν, αν και  με βρετανικό τακτ, η «Σιδηρά Κυρία» σκούριασε απότομα και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από την πρωθυπουργία και το κόμμα της το Νοέμβριο του ’90, επιτυγχάνοντας ωστόσο να προωθήσει στην ηγεσία του τον προστατευόμενό της John Major, για να διασώσει την πολιτική κληρονομία της.

Φαίνεται όμως πως το σύνδρομο Θάτσερ έχει χτυπήσει ήδη και το σύγχρονό  της ολόγραμμα, το σημερινό Έλληνα  πρωθυπουργό, ο οποίος, βουλιαγμένος στην αλαζονεία της υπερεπάρκειάς του και αρνούμενος να αλλάξει το ύφος και την ουσία της πολιτικής του, συνεχίζει να επιδιώκει μια τρίτη κυβερνητική θητεία, αδιαφορώντας για το τεράστιο θεσμικό και κοινωνικό κόστος και ποντάροντας στην ανεπάρκεια των βασικών ηγετών της αντιπολίτευσης. Τη στιγμή που η ακρίβεια έχει τσακίσει την αγοραστική δύναμη της μέσης ελληνικής οικογένειας, η κυβέρνησή του αρκείται σε «φιλοδωρήματα» εξαγοράς ψήφων αρνούμενη να κάνει βαθιές μεταρρυθμίσεις και να αντιμετωπίσει τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Η οίηση της εξουσίας διαπερνά το σύνολο του κυβερνητικού μηχανισμού, οδηγώντας σε προκλητικές δηλώσεις,  ενώ τα σκάνδαλα διασπάθισης του δημοσίου χρήματος διαδέχονται το ένα το άλλο. Ταυτόχρονα, ο πρωθυπουργός έχει επιφέρει την πλήρη ιδεολογική μετάλλαξη της Νέας Δημοκρατίας σε ένα κράμα σημιτικού ΠΑΣΟΚ, ακροδεξιών σταγονιδίων και «πορφυρογέννητων» αποφοίτων του Κολλεγίου Αθηνών.

Βλέποντας  ότι η πολυπόθητη αυτοδυναμία θα μείνει πιθανότατα ένα άπιαστο όνειρο, επιχειρεί να γαντζωθεί στην καρέκλα της εξουσίας για όσο μπορεί, προβάλλοντας εκβιαστικά και αντιδημοκρατικά διλήμματα και, ταυτόχρονα,  να διασώσει την πολιτική και προσωπική του θέση προωθώντας -εμμέσως πλην σαφέστατα- ως διάδοχό του τον άχρωμο, πασοκογενή ευνοούμενό του Κυριακό Πιερρακάκη,  ως αντίβαρο στο σαφώς δημοφιλέστερο εκπρόσωπο της καραμανλικής πτέρυγας του κόμματος Νίκο Δένδια. Πίσω από τον Πιερρακάκη είναι μάλλον βέβαιο ότι θα στοιχηθεί -έστω και απρόθυμα- και ο έτερος Καππαδόκης και μάστερ της πολιτικής κωλοτούμπας, Άδωνις Γεωργιάδης, που προβάλει ως ο τρίτος πόλος στη μετα-μητσοτακική πραγματικότητα στη Νέα Δημοκρατία, που δεν θα αργήσει πολύ να εκδηλωθεί.

Έτσι, οι επικείμενες εκλογές δεν θα κρίνουν μόνο το μέλλον της χώρας αλλά και το μέλλον του σημερινού πρωθυπουργού, ειδικά αν το ποσοστό του κόμματός  του  κινηθεί αρκετά κάτω από το 30%, όπως φαίνεται. Είναι προφανές η μετατροπή της 52χρονης πλέον Νέας Δημοκρατίας αλλά και της χώρας ολόκληρης σε πεδίο εφαρμογής ναρκισσιστικής φύσης και ιδιοκτησιακής αντίληψης για την εξουσία στη λογική «Ή εγώ ή το χάος», στα πρότυπα ενός ιδιότυπου Ελληνο-Θατσερισμού,   βλάπτει σοβαρά τον τόπο, του θεσμούς και την κοινωνία. Και αυτό ας το γνωρίζουν και ας το θυμούνται καλά όλοι οι έχοντες ευθύνη, πολίτες και πολιτικοί.  Ή, τουλάχιστον,  ας διδαχθούν από το παράδειγμα της Θάτσερ.

 

*Ο Νίκος Θεοδώρου είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και Διδάκτωρ Δημοσίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ludwig-Maximilians του Μονάχου. Ιστοσελίδα: www.ntheodorou.gr