Τετάρτη, 01 Σεπτεμβρίου 2021 20:18

Επί Τάπητος: Η πρώτη προσέγγιση στην ιδέα του Ιστορικού Κέντρου

Γράφτηκε από τον

Επί Τάπητος: Η πρώτη προσέγγιση στην ιδέα του Ιστορικού Κέντρου

ΕΠΙΤΑΠΗΤΟΣ        +




Στοιχείο ιστορικής και αρχιτεκτονικής αναφοράς το Ιστορικό Κέντρο της Καλαμάτας, διασώθηκε παρά την επέλαση του τσιμέντου σε μια κρίσιμη εποχή. Η πρώτη προσπάθεια προστασίας αυτού του πλούτου εκδηλώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960-1970 και δημοσιοποιήθηκε το 1971, στο πλαίσιο της “Ρυθμιστικής μελέτης αναπτύξεως πόλεως και περιοχής Καλαμάτας”. Η μελέτη εκπονήθηκε από το Σπουδαστήριο Πολεοδομικών Ερευνών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και για το σκοπό αυτό συνεργάσθηκαν δεκάδες επιστήμονες πολλών ειδικοτήτων υπό το διευθυντή του Εργαστηρίου Αθανάσιο Αραβαντινό. Μια μελέτη που πιστώνεται στον τότε δήμαρχο Κώστα Κουτουμάνο, που αποτέλεσε και τον πρώτο ο οποίος έβαλε στη “ζωή” της πόλης και τη δραστηριότητα του δήμου το στοιχείο του σχεδιασμού. Πολλά από τα στοιχεία της αξιοποιήθηκαν στη συνέχεια και προετοίμασαν το έδαφος για ευρύτερες επεμβάσεις.
Μετά από 50 χρόνια αξίζει όχι μόνον η αναφορά σε αυτή τη μελέτη, αλλά και σε στοιχεία της που ήταν πρωτοποριακά για μια εποχή που “άνθησε” η πολυκατοικιοποίηση της πόλης χωρίς κανόνες, τους οποίους έθετε η μελέτη αλλά δεν λήφθηκαν υπόψη. Επέλεξα ως θέμα το Ιστορικό Κέντρο γιατί θεωρώ πως εκείνη η μελέτη αποτέλεσε και “οδηγό” για τη συνέχεια αν και δεν εφαρμόστηκε ποτέ, παρότι ο Κώστας Κουτουμάνος περίμενε και ευαγγελιζόταν την χρηματοδότησή της.
Αρχικά γίνεται μια γενική περιγραφή της περιοχής που περιλαμβάνεται στο υπό μελέτη τμήμα της πόλης: “Η περιοχή περί το κάστρον είναι ο πρώτος πυρήν της πόλεως. Χαρακτηριστικόν είναι το επικρατούν πολεοδομικόν σύστημα, εν αντιθέσει προς το μεγαλύτερον τμήμα της πόλεως, δεν είναι το ιπποδάμειον σύστημα, προφανώς λόγω της μορφής του εδάφους και της άνευ καθωρισμένου σχεδίου φυσιολογικής αναπτύξεως της πόλεως. Νοτιοδυτικώς του κάστρου η δόμησις είναι πολύ πυκνή, οι δρόμοι στενοί και οι ελεύθεροι χώροι σχεδόν ανύπαρκτοι. Αι κατοικίαι έχουν αστικόν χαρακτήρα και χρονολογούνται, αι περισσότεραι, από του 19ου αιώνος, είναι μικραί και συνήθως μονώροφοι. Νοτίως του κάστρου εκτείνεται η κυρίως παλαιά πόλις. Η δόμησις είναι και εδώ πυκνή με κύριον άξονα την οδό Υπαπαντής. Αι κατοικίαι είναι ηλικίας περίπου 150 ετών και νεώτεραι, διώροφοι, τριώροφοι και ολίγαι μονώροφοι. Αι περισσότεραι είναι νεοκλασσικαί, κυρίως αστικαί, καλής κατασκευής. Περί την πλατείαν 23ης Μαρτίου και την λαχαναγοράν, η χρήσις της κατοικίας περιορίζεται εις τους ορόφους, ενώ τα ισόγεια διατίθενται εις εμπορικά και βιοτεχνικά καταστήματα”.
Επισημαίνεται και η αδιαφορία για την περιοχή: “Διά την διατήρησιν της παλαιάς πόλεως δεν λαμβάνεται καμμία πρόνοια, εκτός του μικρού ύψους (3 όροφοι) και της υποχρεωτικής καλύψεως διά κεράμων. Δεν υπάρχουν επίσης κανονισμοί, οι οποίοι να διαφυλάσσουν από αναρμόστους επεμβάσεις τα νεοκλασσικά και άλλα αξιόλογα κτήρια και να μεριμνούν διά την στοιχειώδη έστω εξυγίανσιν της παλαιάς πόλεως”. Στη συνέχεια γίνεται μια εκτενέστερη περιγραφή των χαρακτηριστικών στους τρεις τομείς στους οποίους η μελέτη υποδιαιρεί την περιοχή:
“Τομεύς Κάστρου: Περιλαμβάνει το κάστρον και το περί αυτόν χώρον. Το κάστρον ως κτίσμα παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Είναι τυπικόν παράδειγμα των αρχών του Μεσαίωνος, λόγω δε των φυσικών του μειονεκτημάτων, ήτοι της μικράς εκτάσεως και της μη εξόχως δεσποζούσης θέσεώς του, διετήρησε την ιδίαν μορφήν από της ιδρύσεώς του. Αποτελείται από δύο περιβόλους με δύο πύλας, μίαν εξωτερικήν και μίαν μεταξύ των δύο περιβόλων. Η σήμερον διατηρουμένη μορφή είναι η του ενετικού κάστρου, το οποίον εκτίσθη κατά την δευτέραν ενετικήν εποχήν. Ιχνη του βυζαντινού κάστρου σώζονται ελάχιστα εις το τείχος του εξωτερικού περιβόλου. Η διατήρησις, προστασία και διευθέτησή του επιβάλλεται, διότι, εκτός της ιστορικής σημασίας του αποτελεί έναν εκ των ελαχίστων χώρων πρασίνου πλησίον του κέντρου της πόλεως και καταλλήλως διαμορφούμενον, δύναται να αποτελέσει χώρον περιπάτου και αναψυχής, ως και πνευματικών εκδηλώσεων με πυρήνα το ήδη υπάρχον υπαίθριον θέατρον.
Τομεύς 8: Είναι η περιοχή περί το κάστρον. Δύναται να χαρακτηρισθή ως το παλαιότερον τμήμα της πόλεως. Αι οικίαι είναι μικραί, αγροτικού τύπου, άνευ ενδιαφέροντος ως μονάδες και ως σύνολον εκτός ελαχίστων σημείων. Ευρίσκονται κατά το πλείστον εις κακήν κατάστασιν και από απόψεως ανέσεως των κατοικιών εις χαμηλήν στάθμην. Ενδιαφέρουσα και γραφική εν τούτοις είναι η όλη δομή του χώρου. Η όλη περιοχή όμως δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως διατηρητέα, κυρίως λόγω της κακής καταστάσεως των κτηρίων και του ελλιπούς εξοπλισμού των εις στοιχειώδεις ανέσεις.
Τομεύς 9: Είναι η κυρίως παλαιά πόλις της Καλαμάτας. Δύναται να υποδιαιρεθή εις δύο περιοχάς. Εις την περιοχήν την περιλαμβανομένων μεταξύ του Νέδοντος και των οδών Τζάνε. Σταδίου και Φαρών και την περιοχήν μεταξύ των οδών Σταδίου, Αριστομένους, Ταϋγέτου και Ακρίτα. Η πρώτη περιλαμβάνει κτίσματα των αρχών του 19ου αιώνος, τα οποία αποτελούν συνέχειαν των εις τον τομέα 8 ευρισκομένων, είναι δηλαδή αγροτικού τύπου ή προκλασσικαί οικίαι υψηλοτέρου κάπως εισοδήματος με εντονωτέραν διάθεσιν διακοσμήσεως. Το τμήμα περί την πλατείαν 23ης Μαρτίου και τας οδούς Ιθωμάτα και Κουτσομητοπούλου αποτελεί σήμερον ζωτικόν τμήμα του εμπορικού κέντρου, κακώς εξυπηρετουμένου και μη προσηρμοσμένου εις τας συγχρόνους απαιτήσεις. Η δευτέρα περιλαμβάνει προνεοκλασσικά και νεοκλασσικά κτήρια των μέσων και του τέλους του 19ου αιώνος. Τα κτήρια είναι ενδιαφέροντα καθ’ εαυτά και αποτελούν αξιόλογα σύνολα. Λόγω της μεγάλης πυκνότητας αυτών η περιοχή δύναται να χαρακτηρισθή εξ ολοκλήρου ως διατηρητέα, εξαιρουμένων ωρισμένων κτηρίων, τα οποία δύνανται ν’ αντικατασταθούν”.
Η μελέτη προτείνει μια σειρά μέτρα προστασίας, πολύ σημαντικά για εκείνη την εποχή. Αξιοπρόσεκτο εκτός των άλλων είναι το γεγονός ότι στη διάρκεια σύνταξης της μελέτης, καταγράφηκαν τα κτήρια που έπρεπε να κηρυχθούν διατηρητέα:
“Απαραίτητος κρίνεται κατ’ αρχήν η ανακήρυξις των υπό της παρούσης μελέτης προτεινομένων τομέων ως διατηρητέων ή χρηζόντων ειδικής προστασίας και μεταχειρίσεως. Κατόπιν τούτου πρέπει να οργανωθεί επιτροπή επιστημόνων (αρχιτεκτόνων, πολιτικών μηχανικών. Αρχαιολόγων, οικονομολόγων) προσηρτημένη εις την Νομαρχίαν, η οποία ήθελεν αναλάβει τα της διατηρήσεως και συντηρήσεως των αξιολόγων κτηρίων και συνόλων, ως και τον έλεγχον οιασδήποτε παρεμβάσεως εις τους εν λόγω τομείς. Κατά τομέα προτείνεται όπως ισχύσουν τα ακόλουθα μέτρα:
Τομεύς Κάστρου: Είναι αναγκαία η υπό της υπηρεσίας αναστηλώσεων παρέμβασις διά την συντήρησιν του κάστρου και η αποψίλωσις λωρίδας πλησίον του τείχους προς αποφυγήν καταστροφής αυτού. Εις τον χώρον του τομέως του κάστρου προτείνεται η απαγόρευσις οιασδήποτε δομήσεως εκτός των υπό αυστηρόν έλεγχον τουριστικών εγκαταστάσεων, καθώς και η δενδροφύτευσις της περιοχής. Προς τούτο χρειάζεται η άμεσος απαλλοτρίωσις των υφισταμένων οικιών και η μέχρις αυτής απαγόρευσις της ανοικοδομήσεως ή επισκευής των. Εάν παραστή ανάγκη ανοικοδομήσεως οιουδήποτε κτίσματος εντός του χώρου του κάστρου (τουριστικού περιπτέρου ή άλλης εγκαταστάσεως) θεωρείται απαραίτητος αυστηρός αρχιτεκτονικός έλεγχος ως προς την θέσιν και την μορφήν του. Ο αρχιτεκτονικός έλεγχος να διενεργείται υπό της αρμοδίας επιτροπής ή υπό της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου ή της Νομαρχίας καταλλήλως επηνδρωμένων δι’ αρχιτέκτονος και αρχαιολόγου.
Τομεύς 8: Προτείνεται η διατήρησις της υφισταμένης δομής του χώρου. Προς τούτο πρέπει να εκπονηθεί σχέδιον γενικής διατάξεως εις κλίμακα 1:500 καθώς και λεπτομερής κανονισμός δομήσεως καθορίζων την μορφολογίαν των ανεγειρομένων οικιών (τρόπος καλύψεως, δομικά υλικά, πίναξ κουφωμάτων, χρωματική κλίμαξ κλπ). Δυνατόν και ευκταίον θα ήτο να δημιουργηθή ενταύθα ενιαίος οργανισμός υπό τον έλεγχον της αρμοδίας επιτροπής να αναλάβη την οργάνωσιν της περιοχής, ήτοι την εξασφάλισιν της γης (είτε αγοράζουσα τα οικόπεδα, είτε δημιουργούσα συνεταιρισμόν των ιδιοκτητών) και την μελέτην και ωργανωμένην δόμησιν αυτής. Ο οργανισμός ούτος είναι δυνατόν να είναι είτε ο φορεύς αναπτύξεως της Καλαμάτας, είτε άλλος ιδιωτικού δικαίου.
Τομεύς 9: Είναι ο κατ’ εξοχήν διατηρητέος τομεύς της πόλεως, Εις έρευναν γενομένην κατά την σύνταξιν της παρούσας μελέτης ενετοπίσθησαν τα ειδικώς διατηρητέα κτήρια. Διά την περιοχήν θα ισχύση σχέδιον εξυγιάνσεως (εις κλίμακα 1:1000). Τα μη κρινόμενα ως διατηρητέα κτήρια θα δύνανται να ανοικωδομηθούν βάσει των προτεινομένων όρων δομήσεως και κατόπιν ελέγχου υπό της αρμοδίας επιτροπής, είτε δι’ ιδιωτικής πρωτοβουλίας είτε υπό συνεταιρισμού ιδιοκτητών, του ελέγχου των σχεδίων και της επιβλέψεως της κατασκευής γενομένων απαραιτήτως υπό της αρμοδίας επιτροπής είτε, τελικώς, δι’ ωργανωμένης δομήσεως τη πρωτοβουλία του φορέα αναπτύξεως.
Την συντήρησιν των διατηρητέων κτηρίων προτείνεται όπως αναλάβη η παραπάνω επιτροπή είτε εν συνεργασία μετά των ιδιοκτητών ή του φορέως αναπτύξεως, είτε αφ΄εαυτής αγοράζουσα ωρισμένα εξ αυτών και εκμεταλλευομένη αυτά ως λέσχας, ξενώνας, χώρους πολιτιστικών δραστηριοτήτων, δημόσια κτήρια κλπ.”.
Η αξιόλογη αυτή μελέτη ουδέποτε εφαρμόστηκε. Αποτέλεσε όμως πηγή ιδεών για το νεότερο σχεδιασμό, οι περισσότερες από τις οποίες εφαρμόστηκαν σταδιακά και μπορεί να το διαπιστώσει κάποιος διαβάζοντας προσεκτικά το κείμενο της μελέτης. Μετά από 50 χρόνια πολλά κτήρια έχουν διασωθεί και αναπαλαιωθεί, άλλα παραμένουν ετοιμόρροπα. Ενα θέμα που θα έπρεπε να απασχολεί το δήμο και το Δημοτικό Συμβούλιο Καλαμάτας αλλά δυστυχώς η υπόθεση ολοκλήρωσης της διάσωσης έχει εγκαταλειφθεί εδώ και δεκαετίες. Μπορούν να σωθούν αυτά τα μνημεία αρχιτεκτονικής της πόλης και πρέπει αυτό να γίνει όσο είναι καιρός. Διαφορετικά ο χρόνος, ένα ισχυρό φυσικό φαινόμενο ή μια αλλαγή στη νομοθεσία μπορούν να καταστρέψουν όσα με μεγάλη προσπάθεια έχουν διασωθεί αλλά δεν έχουν αναπαλαιωθεί...