Αναλυτικά, σοβαρά ερωτήματα για την κυβερνητική πολιτική απέναντι στην ανασυγκρότηση οργανωμένων ακροδεξιών και νεοναζιστικών ομάδων απευθύνει ο Αλέξης Χαρίτσης, προς τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη και τον αρμόδιο για τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου υπουργό Επικρατείας, με ερώτησή του, μετά την πρόσφατη δολοφονική επίθεση σε βάρος 32χρονου αντιφασίστα στην Ελευσίνα.
Όπως επισημαίνει, η επίθεση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα μεμονωμένο περιστατικό βίας. “Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι Αρχές γνώριζαν την ύπαρξη οργανωμένων ακροδεξιών ομάδων, αλλά πώς αξιοποιήθηκε αυτή η γνώση για την πρόληψη της βίαιης δράσης τους”, υπογραμμίζει ο Αλ. Χαρίτσης.
Αναφέρει ότι “ήδη από τον Μάρτιο του 2025, σε έκθεση της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας που αποκάλυψε η Καθημερινή, είχε καταγραφεί η αύξηση οργανώσεων και ομάδων που δραστηριοποιούνται στον εθνικιστικό και ακροδεξιό χώρο. Μεταξύ των 6 ομάδων που χαρτογραφούσε η έκθεση, περιλαμβανόταν και η Propatria, με την οποία φέρονται να συνδέονται οι
κατηγορούμενοι για την επίθεση στην Ελευσίνα. Παράλληλα, τον Ιούλιο του 2026, το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας είχε προειδοποιήσει δημόσια για κλιμάκωση των περιστατικών ρατσιστικής βίας, καταγράφοντας οργανωμένες επιθέσεις, τραυματισμούς, εκφοβιστικές ενέργειες σε μετανάστες, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα κ.α., και περιστατικά με φασιστικά και νεοναζιστικά χαρακτηριστικά”.
Ο κ. Χαρίτσης υπενθυμίζει ότι η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης αποτέλεσε ιστορική νίκη της Δημοκρατίας και του αντιφασιστικού κινήματος, χωρίς ωστόσο να εξαφανίσει τον κίνδυνο ανασυγκρότησης του οργανωμένου νεοναζιστικού χώρου.
“Η εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής άφησε πίσω της νεκρούς και βαθιές πληγές στη δημοκρατία μας. Χρειάστηκαν χρόνια εγκληματικής δράσης μέχρι η δολοφονία του Παύλου Φύσσα να κινητοποιήσει τον κρατικό μηχανισμό απέναντι σε μια οργανωμένη νεοναζιστική εγκληματική οργάνωση. Αυτή η εμπειρία δεν επιτρέπει κανέναν εφησυχασμό αλλά ούτε επίκληση άγνοιας”, τονίζει χαρακτηριστικά.
Ο Αλ. Χαρίτσης δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη αποτελεσματικής διερεύνησης του ρατσιστικού ή ακροδεξιού κινήτρου βίαιων επιθέσεων, καθώς και της ενδεχόμενης ύπαρξης οργανωμένης εγκληματικής δράσης. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται σε επανειλημμένες επισημάνσεις διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών για φαινόμενα ρατσισμού και διακρίσεων κατά την αστυνόμευση, θέτοντας ζήτημα αξιοπιστίας και θεσμικής επάρκειας του ίδιου του μηχανισμού που καλείται να αντιμετωπίσει τη φασιστική βία. Και θέτει, παράλληλα, ευθέως ζήτημα κυβερνητικής ευθύνης για τον σχεδιασμό και την αξιολόγηση της αντεγκληματικής πολιτικής.
Ο κ. Χαρίτσης υπενθυμίζει ότι το 2019 η κυβέρνηση της Ν.Δ. μετέφερε τη Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής από το υπουργείο Δικαιοσύνης στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, συγκεντρώνοντας στο ίδιο υπουργείο την επιχειρησιακή ευθύνη της αστυνόμευσης και αρμοδιότητες σχεδιασμού και εφαρμογής της αντεγκληματικής πολιτικής. Επτά χρόνια μετά, ζητεί συγκεκριμένο απολογισμό αυτής της θεσμικής επιλογής, των πολιτικών πρόληψης της οργανωμένης ακροδεξιάς βίας και των αποτελεσμάτων τους.
Με τα 10 ερωτήματα που απευθύνει στους δύο υπουργούς, ζητεί, μεταξύ άλλων, να διευκρινιστεί εάν είχαν αξιολογηθεί εγκαίρως τα προηγούμενα περιστατικά στην Ελευσίνα, ποια μέτρα ελήφθησαν μετά την έκθεση της Αντιτρομοκρατικής, πόσα περιστατικά ακροδεξιάς και ρατσιστικής βίας έχουν καταγραφεί, πόσα από τα 68 Γραφεία Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας λειτουργούν με πλήρη στελέχωση και επιχειρησιακή ετοιμότητα, πόσες καταγγελίες για περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας με καταγγελλόμενο ρατσιστικό κίνητρο έχουν υποβληθεί από το 2020 και ποια η εξέλιξή τους, και σε ποιο βαθμό έχουν εφαρμοστεί οι συστάσεις διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών.
Κυρίως, όμως, καλεί την κυβέρνηση να απαντήσει εάν διαθέτει ολοκληρωμένη στρατηγική για την πρόληψη και αντιμετώπιση της οργανωμένης ακροδεξιάς και νεοναζιστικής βίας, ποιος έχει την ευθύνη του συντονισμού της και πώς αξιολογείται η αποτελεσματικότητά της.
