Κυριακή, 26 Ιουλίου 2026 23:30

Τα Βούρλα και η μεγάλη απόδραση

Γράφτηκε από τον

Τα Βούρλα και η μεγάλη απόδραση

 

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Τα Βούρλα στον Πειραιά, αν και θεωρούνται συνοικία, πρακτικά είναι ένα μεγάλο οικοδομικό τετράγωνο στα ανατολικά της Δραπετσώνας, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου, την Κοπή και τον «Παπαστράτο». Αρχικά ήταν μια βαλτώδης έκταση γεμάτη βούρλα που έδωσαν και το όνομα στην περιοχή. Το 1875, χτίστηκε εκεί από τον Δήμο Πειραιά, ένα μαντρωμένο, φρουρούμενο από την αστυνομία, «συγκρότημα» κτηρίων, ένα δημόσιο κρατικό πορνείο. Την έκταση παραχώρησε στον Δήμο Πειραιά το Κράτος το 1873. Η φρούρησή του ήταν αναγκαία αφού έπρεπε να προστατεύει το σύστημα από τα «λούμπεν» στοιχεία αλλά και τις ιερόδουλες από τους προαγωγούς και τους «προστάτες» τους.

Ακόμα και στην πορνεία υπήρχαν τάξεις. Οι «πρώτης τάξεως», ηλικίας μεταξύ 14-18 ετών έμεναν σε ιδιαίτερα σπίτια. Οι «δευτεροκλασάτες», που ήταν μεταξύ 18 και 40 ετών έμεναν σε «σπίτια ασωτίας». Τέλος οι «τρίτης τάξεως» που έμεναν στα χαμαιτυπεία και στα Βούρλα, ήταν από 40 μέχρι 50 ετών.

Τα Βούρλα ήταν ένας τόπος απομόνωσης και περιθωριοποίησης των «κοινών» γυναικών, που εξυπηρετούσαν τις «ανάγκες» των ναυτικών των διερχόμενων πλοίων, αλλά κρατούσαν «καθαρή» και την αστική τάξη και τις οικογένειες του λιμανιού. Το «μάντρωμα» των ιερόδουλων έγινε με διάταγμα του 1873, από τον Δήμο Πειραιά που απαγόρευε την άσκηση του αρχαιότερου επαγγέλματος εκτός του περιφρουρούμενου χώρου. Ένας λόγος του περιορισμού, εκτός από τα μεγάλα κέρδη του Δήμου, ήταν κι ο έλεγχος των αφροδίσιων νοσημάτων, αφού όλες οι «γυναίκες» των Βούρλων ελέγχονταν από γιατρούς. Αντίθετα οι παράνομες, αυτές «του δρόμου» κυρίως στα «Λαμαρινάδικα», δηλαδή τις βιοτεχνίες λαμαρίνας πίσω από τον ηλεκτρικό σταθμό, δεν περνούσαν από υγειονομικό έλεγχο κι έτσι κυρίως απ’ αυτές, γέμισε ο τόπος από «παράσημα και γαλόνια» όπως λέγονταν τότε τα αφροδίσια νοσήματα. Για να βγουν από τα Βούρλα οι γυναίκες έπρεπε να πάρουν έγγραφη άδεια.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, το 1941, τα Βούρλα έγιναν φυλακές. Τα πορνεία έκλεισαν. Δεν γινόταν στον πόλεμο να διατηρούνται κρατικά πορνεία. Τα «κορίτσια» βρήκαν προστάτες και μετακόμισαν στην Τρούμπα. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, οι ελληνικές αρχές συνέχισαν να χρησιμοποιούν τις φυλακές και για πολιτικούς κρατούμενους. Το τειχισμένο συγκρότημα των Βούρλων μετατράπηκε στις «Δικαστικές Φυλακές Πειραιά». Οι πτέρυγες του πορνείου διατηρήθηκαν κι έγιναν «ακτίνες». Η μία ακτίνα διατέθηκε για τοὺς ποινικούς, η δεύτερη για τους τοξικομανείς και η τρίτη για τους πολιτικούς κρατούμενους. Αυτοί ήταν οι αριστεροί, οι δημοκρατικοί πολίτες, συνήθως μέλη του ΚΚΕ, που λόγω των «πιστεύω» τους, θεωρούνταν επικίνδυνοι για την ασφάλεια του τόπου. Συνήθως ήταν αυτοί που είχαν επιστρέψει από το εξωτερικό. Καταδικάζονταν και φυλακίζονταν κατηγορούμενοι για κατασκοπεία.

Η ακτίνα των πολιτικών κρατουμένων στα Βούρλα ήταν φυλακή «υψίστης ασφαλείας». Οι χοντροί και ψηλοί τοίχοι του κτιριακού συγκροτήματος φάνταζαν αδιαπέραστοι και η απόδραση από εκεί έμοιαζε αδύνατη. Το κελί 13, στο δυτικό τμήμα της πτέρυγας, ήταν το πρώτο κελί της ακτίνας και ήταν «κολλημένο» πάνω στον χοντρό και ψηλό εξωτερικό τοίχο της φυλακής. Αυτή η σχετικά άγνωστη «αποθήκη ψυχών» των Βούρλων, τον Ιούλιο του 1955 έγινε γνωστή σε όλη την Ελλάδα από τη μεγάλη απόδραση 27 στελεχών και μελών του ΚΚΕ, που κρατούνταν εκεί ως πολιτικοί κρατούμενοι. Αποφάσισαν να αποδράσουν, παρά την αντίθετη γνώμη του κόμματος, που δεν επέτρεπε τις αποδράσεις. Αυτοί όμως συμφώνησαν ότι θα προσπαθήσουν να διαφύγουν, χωρίς καμία χρήση βίας και ότι γι αυτό θα δουλέψουν συνωμοτικά, ομαδικά και σιωπηλά.

Εργάστηκαν σκληρά για τουλάχιστον τέσσερις μήνες και κατάφεραν να σκάψουν ένα λαγούμι, έναν υπόγειο διάδρομο με μήκος περίπου 18 μέτρα, σε βάθος δύο μέτρων, που ξεκινούσε κάτω από ένα κρεβάτι, στον τοίχο του κελιού 13, περνούσε κάτω από την οδό Δογάνης και κατέληγε στο απέναντι εργοστάσιο λουλακιού «Ντεστρέ». Το κρεβάτι ήταν του Αντρέα Μπαρτζώκα, πατέρα του σημερινού προπονητή του Ολυμπιακού. Από το ίδιο σημείο είχαν προσπαθήσει να αποδράσουν παλιότερα, το 1939, άλλοι κρατούμενοι του μεταξικού καθεστώτος. Είχαν όμως αποτύχει. Για να καλύπτουν τον θόρυβο από το σκάψιμο, διοργάνωναν «αγώνες» βόλεϊ στο προαύλιο. Οι δέκα τόνοι χώματος μεταφέρθηκαν μέσα από τα ρούχα τους, σε υφασμάτινα «μανίκια», κάλτσες, μαξιλαροθήκες αλλά και στις τσέπες τους και κρύφτηκαν επιδέξια μέσα στη φυλακή και τις τουαλέτες.  Όταν ο διάδρομος της ελευθερίας ολοκληρώθηκε, την Κυριακή 17 Ιουλίου του 1955, στο καταμεσήμερο, οι 27 κομμουνιστές από την Γ ακτίνα πέρασαν από το λαγούμι και βγήκαν απέναντι, στο εργοστάσιο λουλακιού. Εκεί, αφού βγήκαν οι πέντε πρώτοι, εμφανίστηκε ο φύλακας του εργοστασίου. Του είπαν να μην μιλήσει κι ότι όταν βγουν όλοι, θα φύγουν αμέσως από εκεί. Κι αυτός δεν μίλησε. 

Η απόδραση από τα Βούρλα έγινε γνωστή και άγγιξε τα όρια του θρύλου. Ήταν το κύριο θέμα στον τύπο της εποχής για περισσότερο από έναν χρόνο. Οι «κόκκινοι» δραπέτες επικηρύχθηκαν με μεγάλα ποσά. Οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι της φυλακής κατηγορήθηκαν για συνέργεια ή αδιαφορία. Κάπως έπρεπε να δικαιολογήσουν το αδιανόητο κατόρθωμα. Υπήρξαν επικηρύξεις τόσο για συλλήψεις όσο και για πληροφορίες για τους δραπέτες. Τον Ανδρέα Μπαρτζώκα τον κατέδωσαν σε δυο ημέρες.

Από τους 27 δραπέτες, το επόμενο χρονικό διάστημα, συνελήφθησαν οι 15, ενώ ένας δολοφονήθηκε στα σύνορα στην προσπάθειά του να διαφύγει. Οι υπόλοιποι 11 διέφυγαν την σύλληψη και συνέχισαν την ζωή τους ελεύθεροι, στην παρανομία.

Οι φυλακές των Βούρλων συνέχισαν να λειτουργούν μέχρι το 1970. Τότε η χούντα αποφάσισε το οριστικό κλείσιμό τους και η περιοχή πέρασε στην ιδιοκτησία του Δήμου Δραπετσώνας. Τώρα πώς, το 2005, αυτό το «εν δυνάμει» ιστορικό μνημείο του τόπου, κατεδαφίστηκε, μεταβιβάστηκε και έγινε χώρος ανέγερσης ιδιωτικών πολυκατοικιών είναι τουλάχιστον περίεργο.