Κυριακή, 14 Ιουνίου 2026 11:30

Μια μυθιστορηματική παραλλαγή για ένα παραδοσιακό μουσικό όργανο που ενώνει λαούς και θρησκείες: Ο ταμπουράς του Μακρυγιάννη του Γιάννη Πλεμμένου

Γράφτηκε από την

Μια μυθιστορηματική παραλλαγή για ένα παραδοσιακό μουσικό όργανο που ενώνει λαούς και θρησκείες: Ο ταμπουράς του Μακρυγιάννη του Γιάννη Πλεμμένου

Γράφει η Αντωνία Παυλάκου, φιλόλογος-συγγραφέας

Έχει παρουσιαστεί με μεγάλη επιτυχία εδώ και λίγο καιρό και κυκλοφορεί ευδόκιμα το βιβλίο του Γιάννη Πλεμμένου Ο ταμπουράς του Μακρυγιάννη, εκδ. Ταξιδευτής, 2025. Παρά ταύτα, θεωρώ σκόπιμο να συνοδεύσω με λίγα λόγια μου το βιβλίο, το οποίο στο εξώφυλλο ο ίδιος ο συγγραφέας ορθά χαρακτηρίζει ως μυθιστορηματική παραλλαγή, με βάση την Επιστήμη της Λαογραφίας, την οποία υπηρετεί. Με βάση την έκταση του κειμένου θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια νουβέλα. Ωστόσο, η ένταξη στην αφήγηση αποσπασμάτων από ποικίλα ποιητικά και άλλα κείμενα, στηρίζει τη σύζευξη της μυθοπλασίας με τα ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία, δίνοντας τη σύνθεση ενός υβριδικού τύπου πεζογραφήματος, που προσφέρεται για γνώση μέσα από μια ευχάριστη ανάγνωση.

Επιπλέον, το όλο περιεχόμενο του βιβλίου είναι απόλυτα συμβατό με την εργοβιογραφία και την επιστημοσύνη του συγγραφέα του Γιάννη Πλεμμένου, την οποία, ως πολύ γνωστή πλέον, δεν παραθέτω αναλυτικά. Αρκούμαι να σημειώσω ότι είναι διδάκτωρ Εθνομουσικολογίας με διδακτική πείρα, τακτικός ερευνητής και πρόσφατα εκλεγμένος Διευθυντής στο Κέντρο της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Η προαναφερθείσα επιστημονική σκευή του συγγραφέα, σχετική με λαογραφικά και μουσικά θέματα, δικαιολογεί την ενασχόληση με τη συγγραφή ενός βιβλίου με θέμα ένα λαϊκό μουσικό όργανο, τον ταμπουρά. Ο Γιάννης Πλεμμένος, προκειμένου να μιλήσει για το όργανο αυτό, χρησιμοποίησε τις γνώσεις του ως μελετητής και ανακάλυψε τις κατάλληλες τεχνικές της αφήγησης και το ανάλογο ύφος ώστε να γοητεύσει τον νου και την ψυχή των μελλοντικών του αναγνωστών. Με μια ενδιαφέρουσα μυθοπλασία, που μεταγγίζει αβίαστα τη μαγεία των ήχων του μουσικού οργάνου, διαπερνά τον ψυχισμό διαφορετικών λαών σπάζοντας ταυτόχρονα και τα στεγανά της αντιπαλότητας των κυρίαρχων μονοθεϊστικών θρησκειών.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιάννη Πλεμμένου, ο αναγνώστης θα μεταφερθεί σε έναν επιθυμητό κόσμο συναδέλφωσης, συμφιλίωσης και αλληλοκατανόησης ανθρώπων με διαφορετικό θρήσκευμα, που αναμφίβολα θα είχε οικοδομηθεί, αν η εξουσία κάθε μορφής άφηνε την κοινή γλώσσα της μουσικής και την πνευματική επικοινωνία κάθε μορφής να τους φέρει κοντά μεταξύ τους. Η εμπνευσμένη αφήγηση του συγγραφέα μάς μεταφέρει -τουλάχιστον στα δύο πρώτα μέρη της- στον παραμυθένιο κόσμο της Ανατολής όπως τον ξέρουμε από τα παραμύθια της Χαλιμάς, σε μια συνύπαρξη με τον κόσμο του Προφήτη, όπου κυριαρχούσε η ανοχή και η κατανόηση των ίδιων αλλά και των διαφορετικών στοιχείων της εκατέρωθεν διαφορετικότητας.

Το εμπροσθόφυλλο του βιβλίου κοσμείται με το επιχρωματισμένο σκίτσο «Ο κατασκευαστής μπουζουκιών Λεωνίδας Γαΐλας» του Μάρτιν Ρέεμπυ (1835), κατάλληλα επιλεγμένο και εναρμονισμένο με το βασικό περιεχόμενο του βιβλίου. Το οπισθόφυλλο φέρει επεξηγήσεις του συγγραφέα για τη δομή και τα μηνύματά του. Επίσης μας πληροφορεί ότι το κείμενο βραβεύτηκε με Α΄ βραβείο διηγήματος σε διαγωνισμό της εφημερίδας «Ημερήσιος Κήρυκας» της Λάρισας, σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Λαρισαίων, την Ένωση Βιβλιοπωλών Λάρισας «Φίλων ο Λαρισαίος» και τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Λάρισας.
Σύμφωνα και με το οπισθόφυλλο Ο ταμπουράς του Μακρυγιάννη είναι μια αφήγηση-υπόθεση σε τρία μέρη (τριλογία), που διαδραματίζεται σε τρεις πόλεις: Βαγδάτη (1638), Κωνσταντινούπολη (18ος αι.) και μετεπαναστατική Αθήνα. Συνδετικός κρίκος των τριών πόλεων και των ιστορικών γεγονότων είναι ο ταμπουράς, το γνωστό λαϊκό μουσικό όργανο.

Το πρώτο μέρος διαδραματίζεται στη Βαγδάτη (1638) λίγο πριν την καταλάβει ο Οθωμανός σουλτάνος Μουράτ. Ένας κατασκευαστής μουσικών οργάνων/οργανοποιός μέσα από έναν ζωηρό, ευφυή και με φιλοσοφικές διαστάσεις διάλογο με τον μαθητή του (κάλφα) παρουσιάζει τον τρόπο κατασκευής, την ιστορία και την καταγωγή του λαϊκού οργάνου. Προέρχεται από την πανδούρα των Ασσυρίων και την αρχαιοελληνική πανδουρίδα, που έφθασε ως ανατολίτικος ταμπουράς στο εργαστήρι της Βαγδάτης αρχές του 17ου αι. και ο ήχος του έσωσε τη ζωή του κατασκευαστή του, γιατί τραγούδησε με τη συνοδεία του μπροστά στον Οθωμανό Σουλτάνο Μουράτ.

Το πικρό τραγούδι του Μαρουάτ έκανε τον μέχρι τότε αγέρωχο σουλτάνο να κλάψει. Δεν καταλάβαινε όλα τα λόγια, «έπιανε», όμως, τις αραβικές λέξεις που χρησι μοποιούσαν και οι Οσμάνοι στη γλώσσα τους. Δε δέχτη-
κε επίσης κανέναν μεταφραστή. Το νόημα των στίχων απο τυπωνόταν στις συσπάσεις του προσώπου και στις κινήσεις των χεριών του οργανοποιού. Αμίλητος και πάλι, με το τέλος του τραγουδιού, ο σουλτάνος αποσύρθηκε στα
ιδιαίτερά του. Αργότερα την ίδια μέρα, οι Ασσύριοι φρουροί ανακοίνωναν ότι ο σουλτάνος είχε αποφασίσει να χαρίσει τη ζωή στον τραγικό οργανοποιό και να ελευθερώσει τους αιχμαλώτους. Είχε επίσης διορίσει τον Μουράτ ως προ-
σωπικό του μουσικό.

Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε στη Σταμπούλ (ο τύπος αυτός, που υπάρχει σε κάποιες ελληνικές εκδόσεις των αρχών του 20ου αι., προτιμήθηκε από τον συγγραφέα, διότι αποτυπώνει εναργέστερα την ετυμολογία της λέξης: Εις την πόλιν, στην Πόλη), στην Κωνσταντινούπολη, του 18ου αι. και στα οθωμανικά παλάτια. Ένας δεξιοτέχνης Ηπειρώτης Χριστιανός, ο Πέτρος, προσχωρεί στους περιστρεφόμενους δερβίσηδες και με το γλυκόηχο όργανό του και την πονηράδα του γοητεύει τους πάντες. Ο αδόκητος θάνατος του οργανοπαίχτη Πέτρου φέρνει το όργανό του ως κληρονομημένο αντικείμενο στην Ήπειρο και καταλήγει στο τρίτο μέρος, τον 19ο αι., στη μετεπαναστατική Αθήνα. Κάτοχός του ο αγωνιστής του ’21 Μακρυγιάννης, και ο ταμπουράς του 1638 γίνεται ο σύντροφός του στις μάχες του Αγώνα αλλά και μετά από αυτόν.

Αναφορικά με τη βιβλιογραφία, που είναι ιδιαίτερη και σπάνια, ο συγγραφέας δεν την αναφέρει στο τέλος του βιβλίου, αλλά την εντάσσει στο εισαγωγικό του σημείωμα. Αναφέρουμε ενδεικτικά το βιβλίο του Δημ. Καντεμίρη, από το οποίο άντλησε ιστορικά στοιχεία, το βιβλίο του Φοίβου Ανωγειανάκη Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα, από το οποίο πήρε τα στοιχεία για την κατασκευή του ταμπουρά, και άλλα σε μετάφραση από τα τουρκικά, τα αγγλικά ή και τα λατινικά. Υπάρχει επίσης μεταφρασμένος τουρκικός ύμνος, θρήνος για την πτώση της Βαβυλώνας από την Αποκάλυψη του Ιωάννη σε παράφραση, αποσπάσματα από τον Θούριο, από δημοτικά τραγούδια, από περιηγητικά κείμενα, από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, από τουρκικό ύμνο, του οποίου η μετάφραση αποδόθηκε έμμετρα από τον συγγραφέα αλλά και από φαναριώτικα κείμενα και φαναριώτικα χειρόγραφα του 18ου αι. Η γνώση και η πρόσβαση στα παραπάνω κείμενα εξασφαλίστηκε χάρη στην επιστημονική κατάρτιση του συγγραφέα. Το σπουδαιότερο ίσως είναι ότι το παραπάνω υλικό εντάχθηκε στην αφήγηση οργανικά και αβίαστα βοηθώντας αφενός στην κατανόηση και κινητοποιώντας αφετέρου τον συναισθηματικό κόσμο του αναγνώστη.

Η συναισθηματική κινητοποίηση εξάλλου επιτυγχάνεται περισσότερο όταν ο ταμπουράς των ηρώων συνδέεται σχεδόν υπερβατικά με τις ζωές τους αποκαλύπτοντας και μεταδίδοντας και στον αναγνώστη την εσωτερική αίσθηση και την ελπίδα που κρυφοκαίει μέσα τους για έναν κόσμο συναδέλφωσης και ειρηνικής συνύπαρξης με τους άλλους ανθρώπους πάνω όμως σε στοιχεία των διαφορετικών θρησκειών τους, τα οποία ενώνουν και δεν χωρίζουν. Υπό την έννοια αυτή, της αντιμετώπισης του κόσμου ως ολότητας, η αφήγηση είναι γεμάτη ευαισθησία και ανθρωπιά, ενώ το φιλοσοφικό υπόστρωμα και η στοχαστική διάθεση καταγράφει αντιπολεμικά και αντιρατσιστικά μηνύματα, που παραπέμπουν στις επιθυμητές σχέσεις με τους γείτονες των μονοθεϊστικών θρησκειών και με τη μεταφυσική γοητεία της Ανατολής.

Στο βιβλίο του Γιάννη Πλεμμένου, το λαϊκό όργανο γίνεται μέσον συναδέλφωσης των ηρώων, που απεικονίζονται με ρεαλισμό ακόμα και στα ελαττώματά τους, ενταγμένοι στο ιστορικό πλαίσιο και στην κοινωνική ιδιαιτερότητα συγκεκριμένης εποχής, η οποία αποκαλύπτεται μέσα από τη ζωντάνια των διαλόγων τους, πάντα σχετικά με την ιδιότητα, τη θέση τους και το περιβάλλον στο οποίο κινούνται.

Πρόκειται για ένα γοητευτικό κείμενο, το οποίο θυμίζει παλιές ιστορίες από την Ανατολή με χριστιανούς και μουσουλμάνους αδελφωμένους, κυρίως χάρη στη Μουσική και στη Λαογραφία. Ωστόσο, τα ιστορικά γεγονότα συχνά και το διακείμενο αμβλύνουν την παραπάνω εντύπωση.

Εν κατακλείδι, η σύζευξη της λογοτεχνικότητας στη μυθοπλασία με στοιχεία Ιστορίας, Λαογραφίας, Παράδοσης και Μουσικής, με γλώσσα λαγαρή και ύφος γλαφυρό, συγκροτεί ένα βιβλίο που θέτει πολλά σύγχρονα ζητήματα με διακριτικότητα, χαρίεσσα λεπτότητα και ευαισθησία και που ευαισθητοποιεί τον αναγνώστη για τη συμφορά του πολέμου, τη διαφορετικότητα αλλά και τη δυνατότητα ειρηνικής συνύπαρξης των λαών. Η σχολιαζόμενη μυθιστορηματική παραλλαγή, με την ευφυή σύνθεση των ποικίλων στοιχείων, που οφείλεται στην επιστημονική και συγγραφική ικανότητα του συγγραφέα της Γιάννη Πλεμμένου, αξίζει να αγαπηθεί και να διακριθεί από τους αναγνώστες όπως διακρίθηκε στον προαναφερθέντα διαγωνισμό.

Εύπλοο, λοιπόν, το βιβλίο στις θάλασσες της ανάγνωσης, μια και το αντιπολεμικό και αντιρατσιστικό περιεχόμενό του προσφέρει ιστορικές αναλογίες με τρέχοντα γεγονότα!