Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2026 12:53

Η Τζούλια Γκανάσου στην «Ε»: «Ο αγώνας της επιβίωσης είναι κυρίαρχο θέμα στα βιβλία μου»

Γράφτηκε από την

Η Τζούλια Γκανάσου στην «Ε»: «Ο αγώνας της επιβίωσης είναι κυρίαρχο θέμα στα βιβλία μου»

φωτογραφία από τη Σίσσυ Μόρφη

 

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» το νέο βιβλίο της Τζούλια Γκανάσου με τίτλο «Δευτέρα παρουσία». Είναι τοποθετημένο στο σήμερα και αφορμάται από αληθινά γεγονότα και περιστατικά που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων που διεξήχθησαν σε διάφορα σημεία του κόσμου.

Οπως λέει η συγγραφέας μιλώντας στην «Ε»: «Σε όλα τα βιβλία μου, ο αγώνας της επιβίωσης είναι κυρίαρχο θέμα, με όλες τις δύσκολες προεκτάσεις του. Ωστόσο, επιλέγω να παραμένω αισιόδοξη. Πιστεύω πως ο ανθρωπισμός θα υπερισχύσει, διαφυλάσσοντας και καλλιεργώντας τις αξίες της αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης».

Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου

 

Στο βιβλίο, η Άννα κουβαλά τη γιαγιά της στην πλάτη φτιάχνοντας ένα «διττό σώμα» το οποίο προσπαθεί να επιβιώσει σε μια βομβαρδιζόμενη πόλη. Αυτό το διπλό σώμα εμφανίζεται διαρκώς στο έργο σας. Είναι τελικά μια μεταφορά της ανθρώπινης ανάγκης να υπάρχουμε και μέσα από τον άλλον;

 

Η Άννα που συμβολίζει το νέο, την ορμή, την αλλαγή, χρειάζεται, τιμά, διασώζει και συνεργάζεται με την Όλγα η οποία συμβολίζει την εμπειρία, τη γνώση, την κληρονομιά του παρελθόντος. Σε όλο το βιβλίο, οι δύο γυναίκες συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν σαν ένα νέο ζωντανό σώμα. Αυτό το «διττό σώμα» συμβολίζει τη σημασία της ενεργούς σύμπραξης και διάδρασης του παλαιού με το νέο, του ατομικού με το συλλογικό με όραμα έναν καλύτερο κόσμο. Το διττό σώμα της εγγονής με τη γιαγιά στην πλάτη, το διττό σώμα των παρένθετων μανάδων (στο δεύτερο μέρος του βιβλίου) οι οποίες κυοφορούν «κατά παραγγελία», το διττό σώμα των γυναικών που κουβαλάνε ή θηλάζουν βρέφη σαν να είναι ενσωματωμένα επάνω τους, το διττό σώμα των εραστών όταν σμίγουν, το διττό σώμα της νεκρής που γίνεται «φορείο» για την ετοιμόγεννη (στο τρίτο μέρος του βιβλίου), της ζωής και του θανάτου που συνυπάρχουν διαρκώς, της «πατρίδας» που αφήνουμε πίσω και της «πατρίδας» που ελπίζουμε ότι θα χτίσουμε, το διττό σώμα που δεν αποδέχεται την ήττα, ελπίζει και παλεύει για μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή είναι το πιο δυνατό σύμβολο του έργου.

 

Η «Δευτέρα παρουσία» στον χριστιανισμό συνδέεται με την τελική κρίση. Στο δικό σας βιβλίο μοιάζει περισσότερο με δεύτερη ευκαιρία. Θέλατε να επανανοηματοδοτήσετε τον όρο;

 

Ο τίτλος δεν έχει καμία σχέση με βιβλικό περιεχόμενο αν και μας κλείνει το μάτι. Είναι αλληγορικός, μεταφορικός, υπαρξιακός. Αναφέρεται στις στιγμές που οι άνθρωποι ξεκινούν από την αρχή, έχουν μια δεύτερη ευκαιρία μετά από κάποια δύσκολη συγκυρία, μετά από μια μεταμορφωτική εμπειρία, μετά από έναν αγώνα επιβίωσης. Στο βιβλίο, η Άννα με την Όλγα σαν ένα σώμα, οι γυναίκες από το καταφύγιο με τις παρένθετες μητέρες, τα αγόρια με τις αποκριάτικες μάσκες ζώων, όλη η πανίδα του πολέμου αγωνίζεται να επιβιώσει μέσα στη βομβαρδιζόμενη χώρα ή να φτάσει στα σύνορα, διεκδικεί μια «δευτέρα παρουσία» στην ύπαρξη, έναν καλύτερο κόσμο.  

 

Η πόλη του βιβλίου παραμένει ανώνυμη. Ήταν συνειδητή επιλογή ώστε ο πόλεμος να αποκτήσει οικουμενική διάσταση;

 

Παρακολουθώντας την περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία και στη Λωρίδα της Γάζας, οι εικόνες με συγκλόνισαν. Αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για το πρώτο μέρος του βιβλίου όπου η εγγονή με τη γιαγιά στην πλάτη προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στη βομβαρδιζόμενη πόλη. Την ίδια περίοδο, έπεσαν στην αντίληψή μου βίντεο από το καταφύγιο μιας εταιρείας με παρένθετες μητέρες στο Κίεβο όπου συνεχίζεται η παραγωγή μωρών κατά παραγγελία καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Έψαξα όλες τις πληροφορίες που υπήρχαν στο διαδίκτυο και έγραψα το δεύτερο μέρος του βιβλίου όπου η εγγονή με την γιαγιά βρίσκονται «αιχμάλωτες» στο καταφύγιο με τις παρένθετες μανάδες. Στο τρίτο μέρος όπου οι ηρωίδες προσπαθούν να φτάσουν στα σύνορα, άφησα τη φαντασία μου ελεύθερη να «συνομιλήσει» με πραγματικές μαρτυρίες από όλους τους σύγχρονους πολέμους. Κατά συνέπεια, η επιλογή του να είναι ατοπική και αχρονική η αφήγηση απελευθερώνει το βιβλίο από γεωγραφικά και χρονικά όρια και δίνει τη δυνατότητα στην ιστορία να αφορά όλους τους πολέμους, σε όλους τους τόπους στον σύγχρονο κόσμο.

 

Στο βιβλίο υπάρχει μια συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στη φρίκη και στην ελπίδα. Πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπήσετε ανάμεσα σε αυτά τα δύο χωρίς να διολισθήσετε ούτε στον μελοδραματισμό ούτε στην ψυχρότητα;

 

Σε όλα τα βιβλία μου, ο αγώνας της επιβίωσης είναι κυρίαρχο θέμα με όλες τις δύσκολες προεκτάσεις του. Ωστόσο, επιλέγω να παραμένω αισιόδοξη. Πιστεύω πως ο ανθρωπισμός θα υπερισχύει διαφυλάσσοντας και καλλιεργώντας τις αξίες της αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας, της δικαιοσύνης, της ειρήνης. Αυτό συμβαίνει και στο βιβλίο. Μέσα στον ζόφο του πολέμου, οι κεντρικές ηρωίδες γίνονται μια «γροθιά» προσπαθώντας να επιβιώσουν, καλλιεργείται μια ξεχωριστή φιλία ανάμεσα στην εγγονή και σε μια νεαρή παρένθετη μητέρα, ανθίζει ένας έρωτας ανάμεσα στην Άννα και σε έναν έφηβο που φοράει αποκριάτικη μάσκα πάπιας και αγωνίζεται μόνος. Σε όλο το βιβλίο, ο αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με σημαντικά κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα, έρχεται σε επαφή με το σκοτάδι που αμβλύνεται συχνά από το φως, καθώς και με μια αισιόδοξη ματιά που πηγάζει από την αγάπη για τον άνθρωπο και ανατροφοδοτεί την αγωνιστικότητα και την πίστη.

 

Το δεύτερο μέρος με τις παρένθετες μητέρες είναι ίσως το πιο σοκαριστικό. Θεωρείτε ότι σήμερα το ανθρώπινο σώμα αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως εμπόρευμα;

 

Κάνοντας έρευνα, όπως ανέφερα και παραπάνω, ανακάλυψα μια εταιρεία η οποία εξακολουθεί να δραστηριοποιείται στη δημιουργία βρεφών «κατά παραγγελία» στο Κίεβο καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Έτσι, φαντάστηκα ένα καταφύγιο όπου γυναίκες κυοφορούν, θηλάζουν, δίνουν ωάρια, συμμετέχουν σε πειράματα με νέα φάρμακα και νέες θεραπείες γονιμότητας, εξαναγκάζονται να «εργαστούν» για την εταιρεία προκειμένου να επιβιώσουν. Πάνω σε αυτό, στήθηκε το δεύτερο μέρος του βιβλίου μιας και η Άννα με την Όλγα γίνονται μέρος αυτής της εκμετάλλευσης του ανθρώπινου σώματος από τις πολυεθνικές εταιρείες. Σαφώς, το εν λόγω μυθιστόρημα είναι καταγγελτικό όσον αφορά στην εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος και της έμφυλης βίας. Οι ηρωίδες γίνονται «μάρτυρες» των δεινών του σύγχρονου κόσμου σε μια ακραία αλλά πραγματική συνθήκη: τη δημιουργία και αγοραπωλησία βρεφών «κατά παραγγελία» και γιατί όχι, «τέλειων» όντων.

 

Τι είναι τελικά η «δευτέρα παρουσία» για εσάς: επιστροφή, ανάσταση ή εξέγερση;

 

Για μένα, το πιο σημαντικό μήνυμα του βιβλίου είναι η αγωνιστικότητα τόσο για την επιβίωση, όσο και για τη διαφύλαξη των θεμελιωδών αξιών του ανθρωπισμού, της δικαιοσύνης, της ισονομίας, της ισοπολιτείας. Με βάση αυτό, έγραψα τη «Δευτέρα παρουσία». Οι άνθρωποι πρέπει να συνεχίζουν να αγωνίζονται ακόμη και όταν όλα μοιάζουν να έχουν καταστραφεί, να εξακολουθούν να αντιστέκονται πως το καλό μπορεί και πρέπει να διασωθεί. Αυτό συμβαίνει συνέχεια στο βιβλίο. Το φως έρχεται στα πιο απίθανα σημεία: σε μια χούφτα πασχαλίτσες, σε τετράποδα όντα που ξαναβρίσκουν την παιδικότητα, σε ένα φιλί στα χαλάσματα. Οι άνθρωποι πρέπει να υπερασπίζονται πάση θυσία την αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια για όλα τα έμβια όντα, πρέπει να οραματίζονται πάντα μια «δευτέρα παρουσία» στη ζωή.

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Μια πόλη βομβαρδίζεται. Η δεκαεφτάχρονη Αννα και η Ολγα, η γιαγιά της, βρίσκονται στο άδειο σαλόνι του σπιτιού τους. Το κορίτσι προτείνει να φύγουν, να βρουν καταφύγιο. Η γιαγιά αρνείται. Η Αννα διαπιστώνει ότι τα πόδια της Ολγας έχουν παραλύσει. Τότε η εγγονή παίρνει τη γιαγιά στην πλάτη και βγαίνουν από το σπίτι. Οι δύο γυναίκες σαν ένα σώμα θα έρθουν αντιμέτωπες με την αποσύνθεση ενός κόσμου, με σκιές και αγρίμια με αποκριάτικες μάσκες, με παρένθετες μητέρες και καταφύγια-φυλακές, με παιδομάζωμα, αλλά και με κάθε λογής όμορφα πλάσματα, προσπαθώντας να επιζήσουν. Θα φτάσουν, άραγε, στα σύνορα; Και τι θα θυσιάσουν; Μια ιστορία επιβίωσης σε μια βομβαρδιζόμενη χώρα. Μια περιπέτεια ενηλικίωσης στις φλόγες του πολέμου. Ενας αγώνας διεκδίκησης των πλέον δεδομένων, του νερού, της τροφής, της στέγης, της ασφάλειας, της αγάπης, και κάποιων όχι και τόσο αυτονόητων, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της ειρήνης, της ίδιας της ζωής.

 

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η Τζούλια Γκανάσου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Έχει εκδώσει πέντε έργα πεζογραφίας. Το τρίτο βιβλίο της, Ως το τέλος, ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2014 και το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 2013 του περιοδικού Κλεψύδρα. Η νουβέλα Γονυπετείς (Γ΄ έκδοση) απέσπασε το Βραβείο Μεσόγειος 2018 από το Πανεπιστήμιο του Έξετερ και το Βραβείο Διηγήματος στα Βραβεία Βιβλίου Public 2018. Το βιβλίο Γόνιμες Μέρες (Β΄ έκδοση) ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Ιστορίες Εγκλεισμού 2021 του περιοδικού World Literature Today και το Βραβείο Μυθιστορήματος στα Βραβεία Βιβλίου Public 2022.