Με αφετηρία ένα άρθρο για την «τεχνολογία του πένθους» (grief tech), που διάβασε ένα απόγευμα του Αυγούστου του 2025 σε έναν ελαιώνα στην Κορώνη, η βραβευμένη συγγραφέας δημιούργησε ένα υβριδικό αστυνομικό μυθιστόρημα, στο οποίο η επιστημονική φαντασία και το ψυχολογικό δράμα συνυπάρχουν με την παράδοση, τα οικογενειακά συμφέροντα, την περιβαλλοντική καταπάτηση και το έγκλημα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η ελιά και το ελαιόλαδο, όχι απλώς ως στοιχεία του μεσσηνιακού τοπίου, αλλά ως φορείς μνήμης και συμβολισμών. Την ίδια στιγμή, η τεχνητή νοημοσύνη ανοίγει ένα διαφορετικό και ιδιαίτερα επίκαιρο πεδίο προβληματισμού: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η τεχνολογία όταν αγγίζει τη μνήμη, την ταυτότητα, το πένθος και ακόμη και τον θάνατο;
Με αφορμή τη σημερινή παρουσίαση του βιβλίου της στην Κορώνη, η Λίνα Σόρογκα μίλησε στην «Ε» για το πώς γεννήθηκε το «Θυμωμένο Λάδι», τη σχέση της με τη Μεσσηνία, την επιλογή της να φέρει την τεχνητή νοημοσύνη μέσα στη λογοτεχνική αφήγηση και τα ηθικά ερωτήματα που γεννά ένας κόσμος στον οποίο η τεχνολογία υπόσχεται ακόμη και μια μορφή «επικοινωνίας» με εκείνους που έχουν φύγει από τη ζωή.

-Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «Θυμωμένο Λάδι» και τι σημαίνει για εσάς ο ιδιαίτερος αυτός τίτλος;
Η πρώτη ιδέα για το Θυμωμένο Λάδι γεννήθηκε ένα απόγευμα του Αυγούστου του 2025, σε έναν ελαιώνα φίλων στην Κορώνη. Εκεί, ψάχνοντας στο διαδίκτυο, διάβασα ένα άρθρο για το grief tech, την «τεχνολογία του πένθους», και τις δυνατότητες που ανοίγει η τεχνητή νοημοσύνη: να ανασυνθέτει, μέσα από φωνές, μηνύματα, φωτογραφίες και βίντεο, την παρουσία ανθρώπων που δεν βρίσκονται πια στη ζωή, επιτρέποντας στους οικείους τους να «επικοινωνούν» μαζί τους. Ήταν μια ιδέα που με συγκλόνισε και έγινε η αφετηρία της ιστορίας.
Ο τίτλος Θυμωμένο Λάδι προέκυψε αργότερα και συμπύκνωσε για μένα την ουσία του μυθιστορήματος. Το λάδι παύει να είναι απλώς καρπός της μεσσηνιακής γης και γίνεται σιωπηλός μάρτυρας οικογενειακών συμφερόντων, απληστίας, καταπάτησης της φύσης και εγκλήματος. Σαν να «θυμώνει» η ίδια η γη και να αρνείται να κρατήσει για πάντα κρυμμένη την αλήθεια.
-Γιατί επιλέξατε το ελαιόλαδο και τη μεσσηνιακή γη ως βασικά στοιχεία γύρω από τα οποία αναπτύσσεται η ιστορία;
Η Μεσσηνία δεν επιλέχθηκε τυχαία. Είναι ένας τόπος που αγαπώ και στον οποίο επιστρέφω συχνά, ιδιαίτερα στην Κορώνη. Η ελιά είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του τόπου και κουβαλά μια ιστορία πολύ παλαιότερη από εμάς. Ριζώνει, αντέχει, πληγώνεται και εξακολουθεί να δίνει καρπό. Γι’ αυτό και μέσα στο μυθιστόρημα αποκτά έναν βαθύτερο συμβολισμό.
Το ελαιόλαδο, από την άλλη, είναι συνδεδεμένο με τη ζωή, την οικογένεια, την παράδοση και την ίδια τη μεσσηνιακή γη. Στο Θυμωμένο Λάδι, όμως, αυτή η πολύτιμη κληρονομιά βρίσκεται αντιμέτωπη με την απληστία, τα οικονομικά συμφέροντα και την καταπάτηση του φυσικού περιβάλλοντος.
Ήθελα η ομορφιά της Μεσσηνίας να μην αποτελεί απλώς το σκηνικό της ιστορίας, αλλά να συμμετέχει σε αυτήν. Η γη γίνεται σχεδόν ένας ακόμη χαρακτήρας του βιβλίου: έχει μνήμη, πληγώνεται και αντιδρά.
-Το βιβλίο συνδυάζει αστυνομικό μυθιστόρημα, επιστημονική φαντασία και ψυχολογικό δράμα. Πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπήσετε αυτά τα διαφορετικά είδη μέσα στην ίδια αφήγηση;
Δεν ξεκίνησα με την πρόθεση να συνδυάσω τρία διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Ήταν η ίδια η ιστορία που με οδήγησε εκεί. Το αστυνομικό στοιχείο δημιουργεί την αγωνία και την αναζήτηση της αλήθειας, η επιστημονική φαντασία μου επέτρεψε να διερευνήσω δυνατότητες της τεχνολογίας που μέχρι χθες έμοιαζαν μακρινές, ενώ το ψυχολογικό δράμα φέρνει στο επίκεντρο τον άνθρωπο και τις πιο ευάλωτες πλευρές του.
Η δυσκολία ήταν να μη λειτουργούν αυτά τα στοιχεία σαν τρεις παράλληλες ιστορίες, αλλά να υπηρετούν η μια την άλλη. Πίσω από το μυστήριο και την τεχνολογία υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν, πενθούν, φοβούνται, συγκρούονται και κάποτε ξεπερνούν τα όριά τους.
Για μένα, λοιπόν, η ισορροπία βρέθηκε όταν η τεχνολογία έπαψε να είναι αυτοσκοπός και έγινε το μέσο για να μιλήσω για κάτι πολύ παλιότερο: την ανθρώπινη ανάγκη να νικήσουμε την απώλεια.
-Η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται στον πυρήνα αρκετών σύγχρονων συζητήσεων. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να την εντάξετε στη λογοτεχνική σας ιστορία;
Δεν με ενδιέφερε η τεχνητή νοημοσύνη ως εντυπωσιακό τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά ως κάτι που αρχίζει να αγγίζει τις πιο ευαίσθητες περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης. Το grief tech, για παράδειγμα, μας φέρνει μπροστά σε ένα πρωτόγνωρο ενδεχόμενο: να μπορούμε να συνομιλούμε με μια τεχνητή αναπαράσταση ενός ανθρώπου που έχει πεθάνει, σαν ένα μέρος της παρουσίας του να εξακολουθεί να βρίσκεται κοντά μας.
Αυτό γεννά συναρπαστικά αλλά και ανησυχητικά ερωτήματα. Πού τελειώνει η μνήμη και πού αρχίζει η προσομοίωση; Μπορεί μια τέτοια «παρουσία» να απαλύνει το πένθος ή, αντίθετα, να μας εμποδίσει να αποδεχθούμε την απώλεια; Και μέχρι πού έχουμε δικαίωμα να αναδημιουργούμε κάποιον που δεν μπορεί πλέον να συναινέσει;
Αυτά τα ερωτήματα με ενδιέφεραν λογοτεχνικά. Γιατί, τελικά, η τεχνητή νοημοσύνη στο βιβλίο δεν μιλά μόνο για το μέλλον. Μιλά για μια πανάρχαια ανθρώπινη επιθυμία: να μην αποχωριστούμε ποτέ εκείνους που αγαπήσαμε.
-Το «Θυμωμένο Λάδι» βασίστηκε στη βραβευμένη νουβέλα σας «Μετασχηματιστής Ψυχών». Τι σας έκανε να επιστρέψετε σε αυτή την ιστορία και να την εξελίξετε σε ένα νέο έργο;
Ο Μετασχηματιστής Ψυχών υπήρξε ο αρχικός πυρήνας, αλλά αισθανόμουν ότι η ιστορία δεν είχε ολοκληρώσει τη διαδρομή της. Υπήρχαν πρόσωπα, ιδέες και ερωτήματα που ζητούσαν περισσότερο χώρο για να αναπτυχθούν. Έτσι επέστρεψα σε αυτήν, όχι για να την επεκτείνω απλώς, αλλά για να την ξαναδώ από την αρχή και να την οδηγήσω αλλού. Στο Θυμωμένο Λάδι ο κόσμος της νουβέλας διευρύνεται σημαντικά. Προστέθηκαν νέοι χαρακτήρες και νέα επίπεδα πλοκής, ενώ στο επίκεντρο μπήκαν η μεσσηνιακή γη, τα οικογενειακά συμφέροντα, η περιβαλλοντική καταπάτηση και ένα έγκλημα που συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η νουβέλα αποτέλεσε τον σπόρο. Το μυθιστόρημα, όμως, ακολούθησε τη δική του πορεία και απέκτησε τελικά μια διαφορετική, πολύ ευρύτερη ταυτότητα.
-Έχετε μια μακρά πορεία τόσο στη δημοσιογραφία όσο και στη λογοτεχνία. Πόσο έχει επηρεάσει η δημοσιογραφική σας εμπειρία τον τρόπο με τον οποίο ερευνάτε και χτίζετε τις ιστορίες σας;
Η δημοσιογραφία έχει επηρεάσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο γράφω. Με έμαθε να ερευνώ, να διασταυρώνω τις πληροφορίες, να παρατηρώ λεπτομέρειες και, κυρίως, να αναζητώ τι υπάρχει πίσω από αυτό που φαίνεται με την πρώτη ματιά. Ένα πραγματικό γεγονός, μια είδηση ή ακόμη και μια τυχαία συνάντηση μπορούν να γίνουν η αφετηρία μιας ιστορίας.
Στη λογοτεχνία, όμως, συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Εκεί μπορώ να προχωρήσω πέρα από το γεγονός και να αναζητήσω τα κίνητρα, τις σιωπές, τις ενοχές και τις αντιφάσεις των ανθρώπων. Ο δημοσιογράφος αναζητά στοιχεία και απαντήσεις· ο συγγραφέας έχει την ελευθερία να θέτει και ερωτήματα.
Στο Θυμωμένο Λάδι χρειάστηκε εκτεταμένη έρευνα, ιδιαίτερα για την τεχνητή νοημοσύνη και τις νέες τεχνολογίες. Προσπάθησα όμως η έρευνα να παραμένει αθέατη πίσω από την αφήγηση. Ο αναγνώστης πρέπει πρώτα απ’ όλα να παρασύρεται από την ιστορία.
-Θέλετε ο αναγνώστης, κλείνοντας το «Θυμωμένο Λάδι», να έχει βρει κάποιες απαντήσεις ή κυρίως να έχει αποκτήσει περισσότερα ερωτήματα γύρω από την τεχνολογία και την ανθρώπινη ύπαρξη;
Θα προτιμούσα να κλείσει το βιβλίο έχοντας περισσότερα ερωτήματα παρά έτοιμες απαντήσεις. Η λογοτεχνία, άλλωστε, δεν πιστεύω ότι οφείλει να διδάσκει ή να αποφαίνεται· μπορεί όμως να μας αναγκάζει να κοιτάζουμε λίγο πιο μακριά από το παρόν. Η τεχνολογία εξελίσσεται με ταχύτητα μεγαλύτερη από εκείνη με την οποία προλαβαίνουμε πολλές φορές να σκεφτούμε τις συνέπειές της. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι θα μπορεί να κάνει αύριο η τεχνητή νοημοσύνη, αλλά τι θα επιλέξει ο άνθρωπος να της επιτρέψει να κάνει. Αν μπορούσαμε να κρατήσουμε «ζωντανό» κάποιον που αγαπήσαμε, θα το κάναμε; Θα ήταν μια πράξη αγάπης ή μια άρνηση να αποδεχθούμε την απώλεια; Και όταν η τεχνολογία αρχίζει να αγγίζει τη μνήμη, την ταυτότητα, ακόμη και τον θάνατο, ποιος θέτει τα όρια;
