• Ένα πρόγραμμα σχεδόν 4 δισ. ευρώ, με πυρήνα την ισραηλινή τεχνολογία και επιλογή απευθείας διακρατικής ανάθεσης, δεν θα κριθεί μόνο από τις επιχειρησιακές του δυνατότητες, αλλά κυρίως από το εάν ενισχύει τη στρατηγική αυτονομία της Ελλάδας ή εγκαινιάζει μια νέα σχέση τεχνολογικής και επιχειρησιακής εξάρτησης.
Η απόφαση του ΚΥΣΕΑ να δρομολογήσει την υλοποίηση της πολυεπίπεδης αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής «Ασπίδας του Αχιλλέα» δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη εξοπλιστικό πρόγραμμα. Συνιστά μια στρατηγική επιλογή που επαναπροσδιορίζει το αμυντικό δόγμα της Ελλάδας απέναντι στις νέες μορφές απειλής, οι οποίες διαμορφώνονται από τη ραγδαία εξέλιξη της πυραυλικής τεχνολογίας, των μη επανδρωμένων αεροχημάτων και των δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων.
Η εμπειρία των πολέμων στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή απέδειξε ότι η αεροπορική υπεροχή από μόνη της δεν αρκεί. Η επιβίωση κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών, ενεργειακών εγκαταστάσεων και αστικών κέντρων εξαρτάται πλέον από την ικανότητα έγκαιρου εντοπισμού, ολοκληρωμένης διοίκησης και αποτελεσματικής αναχαίτισης πυραύλων, drones και αεροσκαφών σε πολλαπλά ύψη και αποστάσεις, με ενιαία κεντρική Διοίκηση και με τη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης.
Σε μια Ανατολική Μεσόγειο που μετατρέπεται ταχύτατα σε πεδίο γεωπολιτικής και στρατιωτικής αντιπαράθεσης, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» φιλοδοξεί να αποτελέσει τον πυρήνα της νέας ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος. Το πραγματικό διακύβευμα, όμως, δεν είναι μόνο η επιχειρησιακή της αποτελεσματικότητα. Είναι εάν η Ελλάδα αποκτά μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία ή εντάσσει την αντιαεροπορική και αντιβαλλιστική της άμυνα στο ισραηλινοαμερικανικό σύστημα ασφαλείας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις ισορροπίες με την Τουρκία, η οποία ήδη αντιδρά έντονα στη διαρκώς εμβαθυνόμενη στρατιωτική συνεργασία Αθήνας–Τελ Αβίβ.
Το ΚΥΣΕΑ ενέκρινε την πρόταση, του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», που αποτελεί μια ολοκληρωμένη απάντηση αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής προστασίας, που θα βασίζεται σε τρία διαφορετικά επίπεδα προστασίας, ώστε κάθε απειλή να αντιμετωπίζεται από το κατάλληλο σύστημα.
Το πρώτο επίπεδο είναι η άμυνα μικρής εμβέλειας. Πρόκειται για πυραυλικά συστήματα που μπορούν να καταρρίπτουν drones, ελικόπτερα, μαχητικά αεροσκάφη και πυραύλους που πετούν χαμηλά, πριν προσεγγίσουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια ή άλλους κρίσιμους στόχους.
Το δεύτερο επίπεδο είναι η άμυνα μέσης και μεγάλης εμβέλειας. Τα συστήματα αυτά προστατεύουν ολόκληρες περιοχές, ακόμη και μεγάλα νησιά ή πόλεις, από επιθέσεις αεροσκαφών και πυραύλων Cruise, δημιουργώντας μια ευρεία αντιαεροπορική «ομπρέλα».
Το τρίτο επίπεδο είναι η αντιβαλλιστική άμυνα. Είναι το πιο εξελιγμένο τμήμα της «Ασπίδας του Αχιλλέα» και έχει ως αποστολή να αναχαιτίζει βαλλιστικούς πυραύλους, δηλαδή πυραύλους που εκτοξεύονται από πολύ μεγάλες αποστάσεις και κινούνται με εξαιρετικά υψηλές ταχύτητες, πριν φθάσουν στον στόχο τους.
Η επιλογή ισραηλινής τεχνολογίας ως βασικού πυλώνα της νέας ελληνικής αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας έχει σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ το επιχειρησιακό επίπεδο. Δεν αφορά μόνο την προμήθεια σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Δημιουργεί μια σχέση στρατηγικής αλληλεξάρτησης μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, καθώς η λειτουργία, η αναβάθμιση, η εκπαίδευση των πληρωμάτων και η ανταλλαγή επιχειρησιακής τεχνογνωσίας απαιτούν πολυετή συνεργασία.
Όμως, όταν ο πυρήνας της ελληνικής αεράμυνας βασίζεται σε ισραηλινή τεχνολογία, η Ελλάδα συνδέεται επί δεκαετίες με την ισραηλινή αμυντική βιομηχανία για συντήρηση, αναβαθμίσεις, εκπαίδευση και επιχειρησιακή υποστήριξη, αναπλήρωση πυρομαχικών, λογισμικό. Πρόκειται για μια σχέση στρατηγικής αλληλεξάρτησης που εμβαθύνει τη συμμαχία Ελλάδας–Ισραήλ και ενισχύει παράλληλα τη διαλειτουργικότητα με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ.
Η επιλογή αυτή έχει σαφές γεωπολιτικό αποτύπωμα και αναπόφευκτα επηρεάζει τους στρατηγικούς υπολογισμούς της Τουρκίας.
Η ενίσχυση της ελληνικής αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» μπορεί να αποτελέσει έναν ουσιαστικό πολλαπλασιαστή της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος, προστατεύοντας κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές και τον εθνικό εναέριο χώρο.
Η γεωπολιτική διάσταση, όμως, είναι ακόμη σημαντικότερη. Η επιλογή ισραηλινών συστημάτων εμβαθύνει τη στρατηγική συνεργασία Αθήνας–Τελ Αβίβ και ενισχύει τη θέση της Ελλάδας στον άξονα ασφαλείας που διαμορφώνεται με τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η έντονη τουρκική αντίδραση αποκαλύπτει ότι το διακύβευμα υπερβαίνει την προμήθεια ενός οπλικού συστήματος. Αφορά τη διαμόρφωση ενός νέου περιφερειακού συσχετισμού ισχύος, στον οποίο η Ελλάδα επιχειρεί να αναβαθμίσει τον γεωστρατηγικό της ρόλο μέσω της στενότερης σύμπραξης με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα όμως, θα πρέπει να επισημανθεί και το εξής:
Ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα που προσεγγίζει τα 4 δισ. ευρώ και προωθείται μέσω απευθείας διακρατικής ανάθεσης (από την Ελλάδα στο ΙΣΡΑΉΛ), επιβάλλει αυξημένη πολιτική λογοδοσία, πλήρη διαφάνεια και αυστηρή στρατηγική αξιολόγηση. Η εθνική αποτροπή δεν μετριέται μόνο με προηγμένα οπλικά συστήματα, αλλά με την ικανότητα μιας χώρας να ενισχύει την ασφάλειά της χωρίς να περιορίζει τη στρατηγική της αυτονομία.
Λογοδοσία, απόλυτη διαφάνεια και πλήρης αιτιολόγηση για κάθε ευρώ που δαπανάται είναι αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις. Γιατί τα σχεδόν 4 δισ. ευρώ δεν προέρχονται από κάποιο ανεξάντλητο κρατικό ταμείο, αλλά από τις θυσίες και τη φορολογία των Ελλήνων πολιτών. Μιας κοινωνίας που, στη μεγάλη της πλειονότητα, εξακολουθεί να δοκιμάζεται από τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και που «στενάζει» από κάτω από το βάρος της ακρίβειας και την οικονομικής ανασφάλειας. Οι ελάχιστες νησίδες προκλητικού πλουτισμού Ελλήνων, που είναι οι βαστάζοι του Κυβερνητικού καθεστωτισμού και της οικονομικής ελιτ, δεν μπορούν να αποκρύψουν τη σκληρή πραγματικότητα, ούτε να νομιμοποιήσουν αποφάσεις δισεκατομμυρίων χωρίς εξαντλητικό δημόσιο έλεγχο. Στην εθνική άμυνα δεν χωρούν ούτε «λευκές επιταγές» ούτε σκιές. Κάθε ευρώ οφείλει να υπηρετεί αποκλειστικά την ασφάλεια της χώρας και όχι πολιτικές σκοπιμότητες ή επιχειρηματικά ή μιντιακά συμφέροντα.
Καταλήγοντας, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» μπορεί να αποδειχθεί το σημαντικότερο αμυντικό πρόγραμμα της Ελλάδας, ή μια δαπανηρή επένδυση που θα περιορίσει τη στρατηγική της ευελιξία; Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις επιχειρησιακές επιδόσεις των οπλικών συστημάτων, αλλά στις πολιτικές επιλογές που θα καθορίσουν τον τρόπο ένταξής τους στο εθνικό δόγμα ασφαλείας.
Τα όπλα αγοράζονται. Η αποτροπή, όμως, κερδίζεται με εθνική στρατηγική, λογοδοσία και πολιτική διορατικότητα.
Η ασφάλεια δεν θεμελιώνεται στην εξάρτηση, αλλά στην αυτονομία. Δεν επιβάλλεται με τον φόβο, αλλά νομιμοποιείται από την εμπιστοσύνη του Ελληνικού Λαού, που πληρώνει το τίμημά της. Γιατί η ισχυρότερη άμυνα ενός κράτους είναι εκείνη που εγγυάται την Ειρήνη.
