Το Μέγαρο Μαξίμου περιμένει με αγωνία τις τελευταίες δημοσκοπήσεις του Αυγούστου. Και, αν πιστέψουμε τα ρεπορτάζ, όχι από την αγωνία που έχει ένας πρωθυπουργός για να πληροφορηθεί πώς ζει η κοινωνία. Η αγωνία είναι πολύ πιο…πρακτική. Να μάθει τι θέλει να ακούσει η κοινωνία, ώστε να αποφασίσει τι θα της υποσχεθεί στη ΔΕΘ.
Κοινώς, πρώτα η δημοσκόπηση και μετά η πολιτική. Πρώτα το γκάλοπ και μετά το κράτος. Πρώτα το «τι ψηφίζεις;» και μετά το «τι θα πάρεις;». Κάτι σαν τηλεφωνικό κέντρο κυβέρνησης:
«Καλημέρα σας, είστε ψηφοφόρος της Νέας Δημοκρατίας; Όχι; Μισό λεπτό να σας συνδέσω με το τμήμα παροχών».
Έτσι οι περίφημες εξαγγελίες της ΔΕΘ δεν θα σχεδιαστούν πρωτίστως με βάση τις ανάγκες της κοινωνίας, της οικονομίας ή της ανάπτυξης. Θα σχεδιαστούν με βάση τις δημοσκοπήσεις και τις ανάγκες των κοινωνικών ομάδων που θεωρούνται περισσότερο αξιοποιήσιμες εκλογικά.
Δηλαδή, δεν θα αποφασιστεί πρώτα τι χρειάζεται η χώρα και μετά πόσο κοστίζει.
Θα αποφασιστεί πρώτα ποιος χρειάζεται να πειστεί και μετά τι κοστίζει να πειστεί.
Αυτό είναι πολιτικό μάρκετινγκ με τα λεφτά των φορολογουμένων.
Φυσικά, οι «παροχές» δεν είναι του πρωθυπουργού. Δεν είναι λεφτά από τον προσωπικό του κουμπαρά. Δεν τα κέρδισε σε τηλεπαιχνίδι. Δεν τα βρήκε κάτω από το μαξιλάρι του Μαξίμου.
Είναι χρήματα των πολιτών. Αλλά στην πολιτική επικοινωνία υπάρχει μια θαυμάσια αλχημεία: όταν το κράτος εισπράττει, λέγεται «φορολογία». Όταν η κυβέρνηση επιστρέφει ένα μέρος, λέγεται «παροχή». Και όταν πλησιάζουν εκλογές, μπορεί να μετατραπεί ακόμη και σε «μεγάλη μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία».
Το μόνο που λείπει είναι να εμφανιστεί στη σκηνή της ΔΕΘ ο πρωθυπουργός με κόκκινη στολή και να μοιράζει φορολογικές ελαφρύνσεις από καμινάδα.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο απολαυστικό. Τα ρεπορτάζ λένε ότι οι εξαγγελίες της ΔΕΘ θα έχουν ορίζοντα τετραετίας, θα υπερβαίνουν δηλαδή το 2027.
Εδώ πλέον περνάμε από την πολιτική στη μεταφυσική. Σε έναν πλανήτη όπου κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί τον επόμενο μήνα, η κυβέρνηση γνωρίζει τι δημοσιονομικά περιθώρια θα έχει σε τέσσερα χρόνια! Οι γεωπολιτικές εντάσεις αλλάζουν μέσα σε ώρες. Οι ενεργειακές τιμές ανεβοκατεβαίνουν σαν ασανσέρ και οι εμπορικοί πόλεμοι ξαναγράφουν την οικονομία.
Κι όμως, το Μαξίμου έχει σχέδιο μέχρι το 2030. Αν περισσεύει λίγη από αυτή την προφητική ικανότητα, ας τη δανείσουν και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Θα τους είναι χρήσιμη.
Υπάρχει βεβαίως και το Δημοσιονομικό Συμβούλιο. Εκεί τα πράγματα γίνονται λιγότερο επικοινωνιακά και περισσότερο… μαθηματικά.
Γιατί οι αριθμοί έχουν ένα ενοχλητικό χαρακτηριστικό: δεν ψηφίζουν. Δεν συγκινούνται από χειροκροτήματα στη ΔΕΘ. Δεν καταλαβαίνουν από «ισχυρό κοινωνικό αποτύπωμα». Και κυρίως, δεν κάνουν like. Θέλουν να ξέρουν πόσο κοστίζει κάτι, από πού θα πληρωθεί και αν αντέχει ο προϋπολογισμός.
Γιατί μπορείς να εξαγγείλεις τετραετές πακέτο. Μπορείς να το παρουσιάσεις ως ιστορική μεταρρύθμιση. Μπορείς να βάλεις και μουσική υπόκρουση. Αλλά δεν μπορείς να καταργήσεις τη δημοσιονομική πραγματικότητα με ένα χειροκρότημα.
Και υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα για τους αρχιτέκτονες αυτής της στρατηγικής.
Οι δημοσκοπήσεις είναι φωτογραφίες. Οι δημοσκοπήσεις δεν ψηφίζουν. Οι εκλογές είναι ταινία. Και μάλιστα ταινία με απρόβλεπτο τέλος.
Το 2003 ο Κώστας Σημίτης πήγε στη ΔΕΘ και ανακοίνωσε ένα πακέτο μέτρων με ορίζοντα πέρα από το επόμενο έτος. Δεν ήταν αρκετό. Τον Μάρτιο του 2004 το ΠΑΣΟΚ έχασε τις εκλογές από τον Κώστα Καραμανλή.
Διότι ο ψηφοφόρος δεν είναι πορτοφόλι με πόδια. Δεν λειτουργεί με το απλοϊκό μοντέλο «μου έδωσες κάτι, άρα σε ψηφίζω». Αν ήταν έτσι, οι κυβερνήσεις θα έπρεπε απλώς να κάνουν μια τεράστια μεταφορά χρημάτων την παραμονή των εκλογών και να κλείνουν το Κοινοβούλιο.
Όμως η κοινωνία έχει μνήμη. Θυμάται την ακρίβεια. Θυμάται το ενοίκιο. Θυμάται τον μισθό που τελειώνει στις 20 του μήνα. Θυμάται τις τιμές στο σούπερ μάρκετ. Θυμάται την ανασφάλεια. Και κυρίως καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια πραγματική αλλαγή στη ζωή της και σε ένα προεκλογικό φιλοδώρημα που βαφτίστηκε «κοινωνική πολιτική».
Γι’ αυτό η φετινή ΔΕΘ μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά αποκαλυπτική.
Αν τα μέτρα προκύψουν από τις ανάγκες της κοινωνίας, έχει καλώς. Αν όμως προκύψουν από το excel των δημοσκόπων, τότε έχουμε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: Μια κυβέρνηση που δεν κοιτάζει την κοινωνία για να κυβερνήσει. Κοιτάζει την κοινωνία για να μετρήσει.
Μετράει. Τμηματοποιεί. Στοχεύει. Υπολογίζει. Και μετά… μοιράζει. Αυτό δεν λέγεται κοινωνική πολιτική. Λέγεται εκλογικό targeting.
Και υπάρχει μια λεπτομέρεια που ίσως έχει διαφύγει από τους ενοίκους του Μαξίμου: Οι πολίτες δεν είναι target group. Είναι οι άνθρωποι που πληρώνουν τον λογαριασμό. Και κάποια στιγμή, όπως συμβαίνει με όλους τους λογαριασμούς, έρχεται η ώρα της πληρωμής. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα πληρώσει η κυβέρνηση. Θα πληρώσει ο ψηφοφόρος. Και μπορεί τότε να αποφασίσει ότι δεν του αρέσει καθόλου το προϊόν που του πούλησαν.
Ούτε καν με έκπτωση ΔΕΘ.
Στο κάτω κάτω της γραφής
“Όταν βάζεις φόρους και όταν κουρεύεις πρόβατα, καλό είναι να σταματάς πριν γδάρεις το πετσί”.
Ώστιν Ο’ Μάλεϋ, Αμερικανός γιατρός & συγγραφέας
