Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2026 19:30

Η οικία Τσερπέ και η λειψυδρία της μνήμης

Γράφτηκε από την

Η οικία Τσερπέ και η λειψυδρία της μνήμης

Γράφει ο Ιωάννης Κ. Φίλανδρος, Ιστορικός

Πριν από λίγες μέρες η δημοτική αρχή της Μεσσήνης κατεδάφισε την οικία Τσερπέ. Η είδηση φιλοξενήθηκε στον τοπικό τύπο από όπου αντλούμε τις πληροφορίες πως αυτό έγινε με πρωτοβουλία του δήμου λόγω επικινδυνότητας και υπό τον φόβο της κατάρρευσης του πληγωμένου κτίσματος. Από τις ίδιες ρεπορταζιακές πηγές διαβάζουμε επίσης πως το κεκαθαρμένο και ισοπεδωμένο πλέον οικόπεδο, που δημιουργήθηκε, θα αξιοποιηθεί εξωραϊστικά από τον δήμο και το έργο θα αποδοθεί στους δημότες εν ευθέτω χρόνο. Η σχετική αρθρογραφία έθεσε επίσης ζητήματα νομιμότητας της παραπάνω ενέργειας, καθώς το εν λόγω κτίριο είχε κριθεί διατηρητέο (καθυστερημένα η αλήθεια είναι) από το Υπουργείο Πολιτισμού την περασμένη δεκαετία. Το ερώτημα είναι αν αυτό ήταν η καλύτερη δυνατή λύση για την πόλη και αν η πόλη αντιλαμβάνεται τους κινδύνους της λειψυδρίας της μνήμης από την οποία υποφέρει τα τελευταία χρόνια.
Κατ’ αρχάς, πρέπει να γίνει κατανοητό πως την όλη συζήτηση την τροφοδοτεί η ιστορική υπεραξία της οικίας Τσερπέ για την πόλη της Μεσσήνης. Επρόκειτο για ένα διώροφο κτίριο του 19ου αιώνα με κεραμοσκεπή και καλλιεπή αρχιτεκτονικά στοιχεία, το οποίο ανήκε σε μια από τις επιφανέστερες οικογένειες εμπόρων της πόλης. Η οικία βρισκόταν στην είσοδο της πόλης, σε κοντινή απόσταση από όλα τα τοπόσημά της: την πλατεία, τον Ι. Ν. Αγίου Ιωάννη και τον σταθμό του τρένου. Η κατεδάφιση έγινε σε δύο φάσεις. Η αρχή είχε γίνει λίγα χρόνια πριν με τον πρώτο όροφο, αλλά τότε το «έργο της καταστροφής» σταμάτησε απότομα, με συνέπεια η οικία Τσερπέ για κάποια χρόνια από αφημένο στη μοίρα του αρχιτεκτονικό στολίδι να έχει μετατραπεί σε κολάζ μπάζων ως ένα είδος συμβόλου παρακμής, δυστοπίας και μνημονικής καχεξίας.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2026, χωρίς να γνωρίζω τι θα επακολουθούσε, φωτογράφισα ό,τι είχε απομείνει από την οικία Τσερπέ (βλ. φωτογραφία). Πιθανότατα, είναι η τελευταία φωτογραφική αποτύπωσή της. Η Μεσσήνη δεν έχει την πολυτέλεια να στερείται κτιρίων, που έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα. Η πόλη θα έπρεπε να αναλάβει πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση της διατήρησης και της ανάδειξης της οικίας. Ασφαλώς, οι πόροι είναι περιορισμένοι, θα έπρεπε, ωστόσο, να γίνουν ενέργειες προς κάθε κατεύθυνση ή ακόμη να αλλάξουν οι προτεραιότητες των δαπανών για τον πολιτισμό. Δεν υπάρχει ουσιαστικός λόγος για παράδειγμα να δαπανώνται χρήματα για να έλθει κάποιος τραγουδιστής την ημέρα του καρναβαλιού νοθεύοντας έτσι τον χαρακτήρα του. Τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να διατεθούν κάπου αλλού με μεγαλύτερη ουσία. Η οικία Τσερπέ, δυστυχώς, δεν είναι η μοναδική περίπτωση. Αν δεν γίνει κάτι, ανάλογη θα είναι η τύχη του Τελωνείου.
Η πόλη αντλεί από το brand της Αρχαίας Μεσσήνης και από τον εξαιρετισμό του ελληνορωμαϊκού παρελθόντος. Η σύγχρονη Μεσσήνη όμως, το άλλοτε Νησίον – Δήμος Παμίσου, έχει μια διακριτή συμμετοχή στην μόλις 200 ετών ιστορική πορεία του ελληνικού κράτους, για την οποία έχει την ευθύνη να την χαρτογραφήσει και να διαμορφώσει μια συνεκτική αφήγηση, που θα την τοποθετεί στο γεωγραφικό οικοσύστημα της Πελοποννήσου. Αυτό δεν είναι δουλειά εθελοντών ούτε ευκαιριακή απασχόληση. Χρειάζονται ειδικοί επιστήμονες και επαγγελματίες του χώρου. Η τεχνογνωσία πλέον υπάρχει. Η ένταξη του κατεβάσματος της εικόνας της Παναγιάς από το Βουλκάνο για την έναρξη του πανηγυριού στον κατάλογο της άυλης κληρονομίας της χώρας είναι ένα ενθαρρυντικό γεγονός, το οποίο ενθυλακώνει μια παράδοση, αλλά πρέπει να πλαισιωθεί και από υποδομές, που θα τροφοδοτούν την αρχειακή και ιστορική συνείδηση της πόλης. Όσο αυτό καθυστερεί, τότε η λειψυδρία της μνήμης θα συστοιχίζεται με τη δημογραφική και οικονομική συρρίκνωση της πόλης, εξίσου σημαντικά προβλήματα όλα.