Πέμπτη, 09 Ιανουαρίου 2020 14:46

Επί Τάπητος: Τα προβλήματα ήρθαν για να μείνουν!

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(5 ψήφοι)
Επί Τάπητος: Τα προβλήματα ήρθαν για να μείνουν!

 

Επιστροφή μετά το λιομάζωμα και τις γιορτές, με το θέμα που εκ των πραγμάτων κυριαρχεί και απασχολεί τη Μεσσηνία. Και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από το παρόν και το μέλλον του ελαιόλαδου, με τις εκτιμήσεις να μην είναι καθόλου ενθαρρυντικές.

Αρχικά θα χρειαστεί να δούμε την πραγματική διάσταση του ζητήματος σε σχέση με την οικονομία του νομού. Οσες θεωρίες και αν κάνει κάποιος από το γραφείο του, πρακτικά το ελαιόλαδο είναι εκείνο το οποίο κρατάει ακόμη “ζωντανή” την οικονομία της Μεσσηνίας και την κοινωνική συνοχή στην ύπαιθρο. Αποτελεί βασικό εισόδημα για χιλιάδες οικογένειες και συμπληρωματικό για ανάλογο αριθμό. Ενα εισόδημα που κινείται και αναδιανέμεται στο νομό συμβάλλοντας στη “ζωή” και άλλων κλάδων. Πέρυσι ζήσαμε τις συνέπειες της κακής χρονιάς από τα πλήγματα του δάκου και του γλοιοσπόριου και η επίδραση στην τοπική οικονομία ήταν εμφανής. Παράλληλα εμφανίστηκε και το πρόβλημα των τιμών με το παράδοξο να έχουμε ελάχιστο ελαιόλαδο εξαιρετικής ποιότητας και η τιμή να είναι χαμηλότερη από τις προπέρσινες. Και ήρθε η φετινή χρονιά να επιβεβαιώσει ότι δεν επρόκειτο για τυχαίο γεγονός, αλλά για αποτέλεσμα μιας κατάστασης η οποία διαμορφώνεται στην παγκόσμια αγορά. Και πλήττει κυρίως τη δική μας παραγωγή για λόγους που έχουν να κάνουν με τα μεγέθη: Υψηλό και αυξανόμενο κόστος παραγωγής, μικρές σχετικά καλλιέργειες, παραδοσιακός τρόπος ελαιοσυγκομιδής. Δεν πρόκειται ούτε για καινούργια πράγματα ούτε για πρόσφατες ανακαλύψεις. Είναι προειδοποιήσεις που έρχονται από το (μακρινό θα έλεγα) παρελθόν, οι οποίες για συγκυριακούς λόγους δεν είχαν εμφανιστεί μέχρι σήμερα. Οι ζημιές στην παραγωγή διαφόρων χωρών και κυρίως της Ισπανίας (ξηρασίες), σε πολλούς έδιναν την εντύπωση ότι πρόκειται για πάγιες καταστάσεις. Οι ψευδαισθήσεις όμως τελείωσαν από τη στιγμή που άρχισαν να σχηματίζονται “λίμνες λαδιού” στην Ισπανία και να αποδεικνύονται πλήρως αναποτελεσματικά τα μέτρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δυστυχώς και το πρόβλημα των τιμών και το πρόβλημα των ασθενειών και εχθρών της ελιάς ήρθε για να μείνει και αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα.

Από την άποψη της παγκόσμιας παραγωγής, η Ισπανία (και μαζί οι ελαιοπαραγωγοί των άλλων χωρών) πληρώνει το τίμημα της “λαίμαργης” επέκτασης της ελαιοκαλλιέργειας. Σε μια εποχή κρίσης κατά την οποία στην ίδια την Ισπανία η κατανάλωση ελαιόλαδου μειώθηκε κατά 100.000 τόνους και εσπευσμένα η Διεπαγγελματική ελαιόλαδου της χώρας αυτής αναπτύσσει καμπάνια ελπίζοντας να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Αν προστεθούν και τα σοβαρά εμπόδια που “σηκώθηκαν” στις εξαγωγές κυρίως ισπανικών ελαιόλαδων στις Ηνωμένες Πολιτείες, ίσως γίνει αντιληπτό το μέγεθος των προβλημάτων. Δεν είναι όμως μόνον η ισπανική παραγωγή, είναι και η ταχέως αναπτυσσόμενη άλλων χωρών όπως της Τυνησίας όπου έχουν δημιουργηθεί μεγάλοι ελαιώνες υπερεντατικής καλλιέργειας (ορισμένες συμφερόντων ξένων εταιριών). Οταν σε χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία επιτρέπεται η εισαγωγή τυνησιακών ελαιόλαδων για ενεργητική τελειοποίηση (δηλαδή για επεξεργασία και υποχρεωτική επανεξαγωγή), είναι φανερό ότι “κλείνουν” με αυτό τον τρόπο όλο και περισσότερες αγορές στις άλλες χώρες. Φτηνά και αδασμολόγητα ελαιόλαδα, με τους συνδέσμους των Ελλήνων βιομηχάνων να ζητούν να επιτραπεί και εδώ η ενεργητική τελειοποίηση. Αίτημα που εφόσον υλοποιηθεί θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τις εξαγωγές ελληνικών ελαιόλαδων. Και βεβαίως ο παγκόσμιος ανταγωνισμός δεν περιορίζεται ανάμεσα στις χώρες που... βρέχονται από τη Μεσόγειο, αλλά έχουν ήδη μπει δυναμικά στην αγορά και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής με μεγάλες μηχανοποιημένες καλλιέργειες. Εμφανίζονται σε διεθνείς διαγωνισμούς κερδίζοντας βραβεία ποιότητας και βεβαίως προσφέρουν φρέσκο ελαιόλαδο το... καλοκαίρι δεδομένων των κλιματολογικών συνθηκών στο νότιο ημισφαίριο. Οι ρυθμοί αύξησης της κατανάλωσης είναι μικρότεροι αυτών αύξησης της παραγωγής και το θέμα των χαμηλών τιμών στον παραγωγό έρχεται ως φυσικό επακόλουθο.

Ανέφερα προηγουμένως ότι μαζί με το θέμα των τιμών ήρθε να μείνει και το πρόβλημα των εχθρών και ασθενειών της ελιάς. Με απολήξεις στην κλιματική αλλαγή και τις συνέπειές της, η περυσινή χρονιά ήταν ένα ισχυρό προειδοποιητικό μήνυμα. Η κεντρική ιδέα είναι ότι πλέον δεν “μαζεύουμε” ελιές όπως γινόταν για πολλά χρόνια, αλλά “καλλιεργούμε” ελιές για να μαζέψουμε τελικά. Αυτό σημαίνει ότι ο παραγωγός (είτε το έχει ως κύριο είτε ως συμπληρωματικό εισόδημα) είναι πάνω από τα κτήματα, παρακολουθεί, ελέγχει και εφαρμόζει πλήρως το “πρωτόκολλο” προστασίας από εχθρούς και ασθένειες. Αν κάποιοι το θεωρούν αυτονόητο, δυστυχώς δεν είναι. Οδηγούμαι σε αυτό το συμπέρασμα από τις συζητήσεις με πολλούς παραγωγούς οι οποίοι φέτος δεν πήραν κανένα προληπτικό μέτρο προστασίας, θεωρώντας ότι το γλοισπόριο μια... ίωση ήταν και έφυγε. Και αναφέρομαι μόνον σε αυτό επειδή πέρυσι έκανε τη μεγάλη ζημιά, υπάρχει ένα πλήθος όμως εχθρών που χρειάζονται αντιμετώπιση. Αυτό κάνει πιο επιτακτική την ανάγκη δημόσιων και διαρκών υπομνήσεων των αρμόδιων υπηρεσιών. Πολύ περισσότερο καθώς η απροθυμία πολλών παραγωγών να “συμμορφωθούν” με τις υποδείξεις προέρχεται από το γεγονός πως ανεβαίνει σημαντικά το κόστος παραγωγής και προσπαθούν με κάθε τρόπο να το κρατήσουν χαμηλά. Θα πρέπει να συνειδητοποιηθεί όμως ότι το κόστος μιας καταστροφής είναι πολύ μεγαλύτερο και ως εκ τούτου ο παραγωγός ρισκάρει με τον καιρό, τους μύκητες και τα έντομα.

Δεδομένων τούτων επανέρχεται στην επικαιρότητα το μεγάλο θέμα της “εθνικής ελαϊκής πολιτικής”. Πρόκειται για μια υπόθεση που επισημαίνεται από διάφορες πλευρές εδώ και πολλά χρόνια, αλλά το πολιτικό σύστημα περί άλλα τυρβάζει. Εχει αφήσει το θέμα στον αυτόματο πιλότο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, αυτοϊκανοποιείται με ερωτήσεις, επερωτήσεις και ανακοινώσεις... ενδιαφέροντος. Κανένας δεν παραδειγματίζεται από τον τρόπο που διαχειρίστηκαν την υπόθεση εδώ και δεκαετίες οι Ισπανοί. Κανένας δεν αναρωτιέται πώς γίνεται στην Τυνησία να σημειώνεται αυτή η εκρηκτική ανάπτυξη της παραγωγής ελαιόλαδου, ποιος ήταν ο σχεδιασμός. Κανένας δεν αναρωτιέται πώς γίνεται η Ελλάδα να μην παίζει κανένα ρόλο ουσιαστικά στο Διεθνές Συμβούλιο Ελαιόλαδου και η Τουρκία όχι μόνον να κατέχει θέσεις αλλά να διεκδικεί ακόμη και τη μετακίνηση της έδρας στην Αγκυρα.

Το ελαιόλαδο είναι “εθνικό προϊόν” με... τα όλα του: Ογκος παραγωγής, σημασία στις εξαγωγές, ρόλος στη συνοχή της υπαίθρου. Είναι αδιανόητο να φθάνουν οι τιμές στον πάτο και να μην ενεργοποιείται ούτε το ένστικτο της... αυτοσυντήρησης των πολιτικών δυνάμεων που έχουν την υποχρέωση να χαράξουν “πολιτική ελαιόλαδου”. Με επίκεντρο τον παραγωγό και τη δυνατότητα να ζήσει και να καλλιεργήσει. Κάτι το οποίο οι εξελίξεις θέτουν όλο και περισσότερο υπό αμφισβήτηση...


ΥΓ 1: Συνήθως βεβαίως το κόστος παραγωγής συναρτάται με το μεροκάματο. Ο χαμηλός βαθμός εκμηχάνισης της ελαιοσυγκομιδής, παρά τα βήματα που έχουν γίνει, αυξάνει το κόστος παραγωγής. Με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι να θεωρούν ότι τα μεροκάματα είναι υψηλά και να βλέπουν ως “εχθρό” τον... αναγκαστικά συνεργάτη. Γνωρίζω πως θα στεναχωρήσω πολλούς, γνωστούς και φίλους, αλλά τα μεροκάματα δεν είναι ψηλά, οι τιμές του ελαιόλαδου είναι χαμηλές. Ηδη το πρόβλημα της έλλειψης εργατικών χεριών στην ελαιοσυγκομιδή είναι πολύ μεγάλο, ούτε με... μέσον δεν τα φέρνει κανένας βόλτα. Το γεγονός αυτό γεννάει προβλήματα, δημιουργεί δυσάρεστες καταστάσεις, και όσο ζορίζουν τα πράγματα μπορεί να εμφανιστούν δύσκολα διαχειρίσιμα προβλήματα.

 

ΥΓ 2: Στο παρά πέντε κυριολεκτικά δεν πληρώσαμε φέτος βαρύ τίμημα λόγω της ανομβρίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι γλυτώσαμε... μια και καλή. Πέρυσι είχαμε “ξεσηκωμό” με αιτήματα και προτάσεις, φέτος όλα αυτά ξεχάστηκαν, είχαν περάσει και οι εκλογές. Μέχρι να έρθει καμία άλλη καταστροφή...

 


ΥΓ 3: Ασφαλώς και γίνονται παιχνίδια στην εμπορία ελαιόλαδου, στην οικονομία του κέρδους ζούμε, αυτό όμως δεν είναι το κύριο στη διαμόρφωση των τιμών ελαιόλαδου όσον αφορά την “τάξη μεγέθους”. Επισήμανση απαραίτητη, για να ψάξουμε το βάθος της υπόθεσης.

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 09 Ιανουαρίου 2020 14:30

NEWSLETTER