Τετάρτη, 05 Φεβρουαρίου 2020 13:04

Επί Τάπητος: Για το Ιστορικό Κέντρο...

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)
Επί Τάπητος: Για το Ιστορικό Κέντρο...

 

Δεν γνωρίζω αν έχει αξία να επιστρέφει κάποιος σε παλαιόθεν διατυπωμένες σκέψεις σε “ώτα μη ακουόντων”, προσωπικά επιμένω “φρεσκάροντας” πράγματα τα οποία θα έπρεπε να έχουν αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης των τοπικών αρχόντων. Και το Ιστορικό Κέντρο είναι μια μεγάλη υπόθεση για την πόλη.

Η έννοια του Ιστορικού Κέντρου μπήκε στη ζωή μας στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Ηταν η εποχή κατά την οποία ο Δήμος Καλαμάτας επιχείρησε να προσδιορίσει μια ζώνη προστασίας έτσι ώστε να διατηρηθεί το παραδοσιακό χρώμα σε μια περιοχή που περικλείει το ιστορικό παρελθόν της πόλης και να προστατευτούν τα μνημειακού χαρακτήρα κτήρια που υπήρχαν σε αυτή. Ο πολιτισμός του τσιμέντου και του θεόρατου συντελεστή δόμησης πρόλαβε να κάνει ζημιές. Ευτυχώς όμως όπως αποδείχθηκε, σε περιορισμένη έκταση. Ετσι σήμερα το Ιστορικό Κέντρο διατηρεί σε σημαντικό βαθμό τα χαρακτηριστικά της εποχής του αστικού μετασχηματισμού της πόλης που την προίκισε με ένα πλήθος κτηρίων τα οποία αντανακλούσαν και τον πλούτο που είχαν συσσωρεύσει πολλές οικογένειες από την ενασχόληση με το εμπόριο. Αντανακλούσαν ακόμη το πλήθος των επιρροών στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των κτηρίων, ως αποτέλεσμα της παρουσίας τεχνικών από διάφορες περιοχές της Ευρώπης και της εικόνας που είχαν οι ιδιοκτήτες στην επαφή τους με πόλεις του εξωτερικού.

Στο διάστημα από τότε άλλαξαν ριζικά τα πράγματα. Την εμποροβιομηχανική άνθηση ακολούθησε η οικονομική κρίση, οι σχέσεις ιδιοκτησίας μετασχηματίστηκαν, η περιοχή συνέχισε να κατοικείται και να αποτελεί την καρδιά της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Παράλληλα όμως η πόλη άπλωνε, η εποχή της αντιπαροχής γέμισε τσιμέντο τις περιοχές που αποτελούσαν σχεδόν προάστια της πόλης μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο εμπορικός χάρτης άλλαξε ριζικά, ο κοινωνικός ιστός μετασχηματίσθηκε. Στην πλέον κρίσιμη εποχή μετά από 100 περίπου χρόνια, η περιοχή με τα αποτυπώματα του αστικού μετασχηματισμού της πόλης χαρακτηρίσθηκε ως Ιστορικό Κέντρο και σχηματίσθηκε μια νομοθετική ασπίδα προστασίας της φυσιογνωμίας της. Αυτή η υπόθεση εξελίχθηκε μέσα από έντονες αντιδράσεις καθώς μάλιστα ο σεισμός είχε προξενήσει τεράστιες ζημιές στα κτήρια και ορισμένοι προσδοκούσαν να κτίσουν πολυκατοικίες. Το αποτέλεσμα τελικά δικαιώνει εκείνους που υπερασπίστηκαν τη διατήρηση της ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης.

Το Ιστορικό Κέντρο είναι πλέον ταυτοχρόνως μια ζωντανή περιοχή κατοικίας, εμπορικής και ψυχαγωγικής δραστηριότητας, αλλά και ένας ανοικτός μουσειακός χώρος. Μια περιοχή με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπου ζωντανεύει η παλιά Καλαμάτα μέσα από τις λειτουργίες της που αποτελούν φυσική συνέχεια στην εξέλιξη της πόλης. Πρόκειται για ένα τεράστιο πλεονέκτημα το οποίο όχι μόνον θα πρέπει να διατηρηθεί, αλλά θα χρειαστεί να ενισχυθούν τα χαρακτηριστικά του για τη διατήρηση της συνέχειας στο μέλλον. Η “υπόδειξη” αυτή δεν αποτελεί “μονομερή” υποστήριξη μιας περιοχής αλλά στοιχείο υποστήριξης του συνόλου των δραστηριοτήτων της πόλης. Τα Ιστορικά Κέντρα, στο βαθμό που τυγχάνουν της δέουσας προσοχής, αποτελούν πόλο έλξης επισκεπτών με τα ωφελήματα να διαμοιράζονται στο σύνολο της πόλης. Πρόκειται για το εμπειρικά αυταπόδεικτο, για το οποίο δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανένας διά μακρόν.

Ως εκ τούτου το Ιστορικό Κέντρο είναι μια ειδική περιοχή για την οποία ασφαλώς χρειάζεται ειδική μεταχείριση και συγκεκριμένα κίνητρα. Ταυτοχρόνως όμως χρειάζεται η ενεργοποίηση των ιδίων των επαγγελματιών και η πρωτοβουλία τους, η αλλαγή αντιλήψεων για τη λειτουργία της αγοράς και τον πολίτη-πελάτη. Κανένας δεν πρόκειται να πάει από το... χέρι κάποιον άλλον σε μια περιοχή, πολύ περισσότερο... με το ζόρι. Θα πρέπει η ίδια να είναι θελκτική όχι μόνον ως μνημειακός χώρος αλλά και ως περιοχή που συνδυάζει περιήγηση, αγορές και ψυχαγωγία. Ολα αυτά σημαίνουν υποδομές ανάδειξης, γνωριμία με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενίσχυση της ιδιαιτερότητας την οποία εκ των πραγμάτων έχει η συγκεκριμένη αγορά.

Ζήτημα πρώτον όπως πάντα η σωτηρία και ανάδειξη των πολλών διατηρητέων τα οποία έχουν επιδείξει τεράστια υπομονή αλλά δεν είναι βέβαιο πως θα συνεχίσουν να συμπεριφέρονται με αυτό τον τρόπο... αιωνίως. Και δεν αναφέρομαι μόνον στα διατηρητέα που βρίσκονται στην “καρδιά” του Ιστορικού Κέντρου, αλλά και εκείνα τα οποία βρίσκονται στο σύνολο της ζώνης που ορίζεται ως τέτοια. Παρά τις ανοιχτές πληγές της, η Αριστομένους με το σύνολο των παραδοσιακών κτηρίων που έχουν αναπαλαιωθεί αποτελεί στοιχείο “φυσιογνωμίας” της παλιάς πόλης, που θα γίνει πολύ πιο έντονο αν και εφόσον ορισμένα ερειπωμένα κτήρια αναπαλαιωθούν. Θα μπορούσε να αποτελεί τέτοιο στοιχείο και η Αναγνωσταρά και η Αριστοδήμου που εκ παραλλήλου συνδέονται και καταλήγουν στην ίδια περιοχή. Μια παλιά ιστορία για την οποία λυπάμαι να γράψω ότι από τη δεκαετία του 1990 ήδη έχει εγκαταλειφθεί στην τύχη της, δεν έχει γίνει ουσιαστικά ούτε μια “διερευνητική” συζήτηση στο δημοτικό συμβούλιο. Περπατάς στους δρόμους και σε πιάνει μια θλίψη για την εικόνα κτηρίων με ιστορικό φορτίο για την πόλη και την περιοχή.

Ζήτημα δεύτερον οι αναπλάσεις. Μια υπόθεση την οποία ασφαλώς αντιλαμβάνομαι εντελώς διαφορετικά από τις τρέχουσες πρακτικές. Αν κάτι χρειάζεται –αρχής γενομένης από την “καρδιά” του Ιστορικού Κέντρου– είναι η ανάπλαση του κτηριακού πλούτου έτσι ώστε με τις κατάλληλες παρεμβάσεις να “ενσωματωθούν” κτήρια που δεν ταιριάζουν στο χαρακτήρα της περιοχής. Μια πρακτική που ακολουθείται πλέον σε πολλές περιπτώσεις σε άλλες χώρες και μεμονωμένα εμφανίζεται σε παλιά και άνευ αισθητικής αξίας κτήρια της πόλης, τα οποία γίνονται κυριολεκτικά αγνώριστα. Ενα “παράταιρο” κτήριο σε τέτοιες ευαίσθητες περιοχές δεν... κατεδαφίζεται, αλλά ενσωματώνεται –όσο είναι δυνατόν– με κατάλληλες αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις.

Ολα αυτά όμως και πολλά άλλα, δεν μπορεί παρά να είναι μέρος ενός ολοκληρωμένου σχεδίου παρέμβασης στην περιοχή. Δυστυχώς η πρακτική που ακολουθείται εδώ και πολλά χρόνια χαρακτηρίζεται από έντονα τα στοιχεία του ερασιτεχνισμού, της έλλειψης συνοχής των δράσεων και της παρέμβασης εξωγενών παραγόντων ακόμη και στις μελέτες. “Τρέχουν” διάφορα πράγματα τα οποία και ασύνδετα είναι μεταξύ τους και δεν υπηρετούν ένα ενιαίο και συμφωνημένο στόχο. Οπως για παράδειγμα μελέτες ανάπλασης σημείων και περιοχών που δεν συνδέονται μεταξύ τους παρότι εκ των πραγμάτων επηρεάζουν τη φυσιογνωμία και τις λειτουργίες μιας περιοχής η οποία θα πρέπει να θεωρηθεί ενιαία. Παρεμβάσεις που περιφρονούν την ανάγκη ανάδειξης του μνημειακού πλούτου και ενίσχυσης της ιστορικής φυσιογνωμίας αυτού του χώρου, αναφέρομαι με σαφήνεια στις αρχαιότητες κάτω από την πλατεία Υπαπαντής. Εργα που προγραμματίζονται χωρίς στοιχειώδη κυκλοφοριακή μελέτη την ώρα που πεζοδρομήσεις, κυκλοφορία και στάθμευση θα πρέπει να αντιμετωπισθούν ενιαία και με βάση μια ορισμένη λογική η οποία θα συνδέεται με έναν κεντρικό στόχο. Με τέτοιες πρακτικές ακόμη και αναγκαίες παρεμβάσεις μπορεί να καταλήξουν λεφτά πεταμένα αφού ενδεχομένως θα αχρηστευτούν.

Θα μπορούσε κάποιος να γράφει ατελείωτα σκέψεις και προτάσεις. Δεν έχει όμως κανένα νόημα κάτι τέτοιο, αν δεν υπάρχει διάθεση από όλους τους εμπλεκόμενους να συμβάλουν σε μια συλλογική και ολιστική προσπάθεια αναβάθμισης της περιοχής. Με κεντρικό στόχο, επιμέρους δράσεις και σταθερά βήματα εφαρμογής. Οσοι την γνωρίζουν θα μείνουν με τις εικόνες και τα αρώματα που την κατακλύζουν. Τους ανθρώπους στα καφενεία κάτω από τα δέντρα, το παστέλι με το ρακί, τη μυρωδιά του μαγέρικου και το λαδερό του εργένη, το άρωμα του φρέσκου ψωμιού, τα βραστερά όσπρια και τον νηστίσιμο μπακαλιάρο του μπακάλικου, τα φιντάνια για τον κήπο ή τη γλάστρα, την τσίκνα της ψησταριάς, τη μυρουδιά από φρεσκοκομμένο καφέ και μπαχάρι, τους ανθρώπους να ψαχουλεύουν για ρούχα και παπούτσια κι ένα σωρό ακόμη αντικείμενα που συνήθως μπορεί να βρει κάποιος μόνο σε αυτή την περιοχή.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 05 Φεβρουαρίου 2020 12:48

NEWSLETTER