την αυξημένη ζήτηση στις πόλεις για μικρά σπίτια από ξένους και μονοπρόσωπα νοικοκυριά, την αναποτελεσματική κατανομή των κενών και παλιών ακινήτων, τον ανταγωνισμό με τη βραχυχρόνια μίσθωση και το υψηλό κατασκευαστικό κόστος της περιορισμένης νέας οικοδομής. Για τη θεραπεία του προβλήματος προτείνει κίνητρα ανακαίνισης, φόρο στα κλειστά σπίτια, ενίσχυση της κοινωνικής στέγασης και περιορισμό του κόστους κατασκευής. Η έκθεση αποτυπώνει με ακρίβεια μια στρεβλή πραγματικότητα, αλλά η ρίζα του κακού κρύβεται στην εμμονική άρνηση της κεντρικής διοίκησης να προχωρήσει σε πραγματική οικονομική αποκέντρωση, με συνέπεια να στοιβάζονται ολοένα και περισσότεροι πολίτες στην Αθήνα.
Το πραγματικό «έγκλημα» όμως συντελείται στα μεγάλα αστικά κέντρα της περιφέρειας, όπως η Καλαμάτα. Εκεί η προσφορά κατοικίας παραμένει καθηλωμένη, με αποτέλεσμα τα απλησίαστα ενοίκια να οδηγούν σε μια βίαιη αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος των ασθενέστερων οικονομικών τάξεων, οι οποίες αδυνατούν πλέον να καλύψουν ακόμη και τις πιο βασικές ανάγκες διαβίωσης. Την ίδια ώρα, ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας σφυρίζουν αδιάφορα για τον τεράστιο οικιστικό πλούτο που ρημάζει αναξιοποίητος σε εκατοντάδες χωριά της περιφέρειας. Ακόμα και στους προνομιούχους παραθαλάσσιους οικισμούς, χιλιάδες σπίτια μένουν ερμητικά κλειστά και αναξιοποίητα ακόμα και για δέκα μήνες τον χρόνο.
Όσο για τους ημιορεινούς και ορεινούς οικισμούς, η κατάσταση εκεί είναι απλώς απελπιστική. Βαδίζουμε ολοταχώς προς την οριστική καταστροφή ενός οικιστικού κεφαλαίου που δημιουργήθηκε με κόπο και θυσίες τις προηγούμενες δεκαετίες από τους προγόνους μας. Μέσα σε αυτό το σκηνικό της απόλυτης απαξίωσης, φαντάζει τουλάχιστον αφελής κάθε πρόταση για την ανάταξη της υπαίθρου. Χωρίς την ανάπτυξη ουσιαστικής δημόσιας συγκοινωνίας που θα συνδέει την πόλη με την περιφέρεια και χωρίς τη δημιουργία οργανωμένων εταιρειών ενοικίασης ακινήτων, δεν υπάρχει ελπίδα. Τέτοιες δομές θα μπορούσαν να προσελκύσουν, για παράδειγμα, τους «συνταξιούχους νομάδες» της Βόρειας Ευρώπης που αναζητούν να ξεχειμωνιάσουν στον ζεστό νότο, δίνοντας ξανά ζωή στα εγκαταλελειμμένα σπίτια των χωριών μας και τονώνοντας την τοπική αγορά.
