Η συρρίκνωση και η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού δεν συνιστούν κάποια μελλοντική απειλή, αλλά μια σημερινή, ωμή πραγματικότητα. Κι όμως, το πολιτικό σύστημα ελπίζει είτε πως το πρόβλημα θα λυθεί δια μαγείας, είτε πως το «μπαλάκι» θα πέσει στους επόμενους — αρκεί, φυσικά, οι επόμενοι να είναι οι ίδιοι, κερδίζοντας τις επόμενες εκλογές με την ίδια ακριβώς τακτική της στρουθοκαμήλου. Έτσι, η κατάσταση επιδεινώνεται μέρα με τη μέρα. Είναι, όμως, αφελές να περιμένουμε λύσεις από μια κεντρική κυβέρνηση που έχει στραμμένο το βλέμμα της σχεδόν αποκλειστικά στην Αττική, όπου κατοικεί και ψηφίζει το 50% του εκλογικού σώματος. Την ίδια ώρα, η αυτοδιοίκηση δεν διαθέτει ούτε τα μεγέθη ούτε τις αρμοδιότητες για να σηκώσει ένα τέτοιο βάρος.
Σε μια ορθολογική κοινωνία, η συζήτηση για την επόμενη αυτοδιοικητική μεταρρύθμιση θα είχε ήδη ανοίξει, με στόχο την ενίσχυση των δήμων και την εκ βάθρων επανεξέταση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης. Μιλώντας ειδικά για την αιρετή Περιφέρεια Πελοποννήσου —καθώς δεν γνωρίζω τι συμβαίνει στις υπόλοιπες— 15 χρόνια μετά την ίδρυσή της, το πρόσημο είναι αρνητικό. Έκανε μάλλον λιγότερα από όσα πέτυχαν οι παλιές νομαρχίες. Απέτυχε πλήρως να διαμορφώσει μια συλλογική περιφερειακή συνείδηση. Οι Πελοποννήσιοι εξακολουθούν να νοιάζονται πρωτίστως για τον εαυτό τους, μετά για την οικογένειά τους, ελάχιστα για το χωριό τους, ενώ η «περιφερειακή συνείδηση» παραμένει όνειρο θερινής νυκτός.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο κατακερματισμός της γης και της αγοράς ορθώνεται ως ανυπέρβλητο εμπόδιο για κάθε προσπάθεια ανάπτυξης. Δεν μπορεί να υπάρξει επόμενη μέρα στην οικονομία της Πελοποννήσου χωρίς ισχυρό πρωτογενή τομέα, βασιζόμενοι μόνο σε δύο αστικά κέντρα. Βεβαίως, υπάρχουν κι αυτοί που πιστεύουν ότι η περιοχή μπορεί να επιβιώσει με δύο-τρία στρατόπεδα, ένα πανεπιστημιακό τμήμα και δύο τουριστικούς θύλακες στην Πύλο και την Αργολίδα. Όμως ισχυρή οικονομία στην Πελοπόννησο δεν υφίστανται με ανύπαρκτη αγροτική πολιτική.
Η Περιφέρεια περιορίζεται στο να κυνηγάει τον δάκο και να υπόσχεται έργα άρδευσης που είχαν προγραμματίσει οι νομαρχίες πριν από δεκαετίες. Οι δήμοι συντηρούν απλώς τους αγροτικούς δρόμους, μη έχοντας καμία ουσιαστική αρμοδιότητα, ενώ αν προσθέσουμε στην εξίσωση και τους αποτυχημένους συνεταιρισμούς, η εικόνα της κατάρρευσης ολοκληρώνεται. Με αυτές τις συνθήκες, ποιες επιχειρήσεις και ποιος νέος αγρότης θα ρισκάρει να επενδύσει στο μέλλον; Αν δεν τολμήσουμε τώρα μια γενναία διοικητική μεταρρύθμιση που θα μεταφέρει ουσιαστικούς πόρους, σχεδιασμό και αρμοδιότητες παραγωγικής ανασυγκρότησης εκεί που χτυπά η καρδιά της αγροτικής παραγωγής, το παιχνίδι είναι χαμένο. Η ύπαιθρος θα σβήσει οριστικά, συμπαρασύροντας ολόκληρη την τοπική οικονομία σε μια μη αναστρέψιμη παρακμή.
