Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2022 20:41

Επί Τάπητος: Οι ελιές, το όνομα και το… μετάξι

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Επί Τάπητος: Οι ελιές, το όνομα και το… μετάξι

 

 Του Ηλία Μπιτσάνη

Η Καλαμάτα ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο αλλά αδυνατεί να το εκμεταλλευτεί. Και το “τρένο” που μας ταξιδεύει στον κόσμο δεν είναι άλλο από τις “ελιές Καλαμών”. Η πρώτη προσέγγιση του θέματος έχει να κάνει με την παραγωγική αξιοποίηση της “φήμης” και το κατά πόσον βγαίνουν κερδισμένοι οι Μεσσήνιοι καλλιεργητές. Σε δεύτερη ανάγνωση και ανεξάρτητα με την πρώτη προσέγγιση, έχει πολύ μεγάλη σημασία η αξιοποίηση του ονόματος “Καλαμάτα” προς όφελος της πόλης και της ευρύτερης περιοχής, ανεξάρτητα από το ποιος και πώς το χρησιμοποιεί. Είναι περιττό να σημειώσουμε ότι δεν έχουν γίνει και πολλά πράγματα, ούτε για την παραγωγική αλλά ούτε και για την τουριστική αξιοποίηση. Και ότι από τη φήμη η περιοχή ούτε και οι παραγωγοί κερδίζουν.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο τοπικό προϊόν το οποίο ταξιδεύει το όνομα της πόλης μακριά, αλλά έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος μαγικές ικανότητες για να καταλάβει ότι αναφερόμαστε στο “μαντίλι Καλαματιανό” και στη μεταξουργία που ανθούσε ήδη από πολύ πολύ μακρινές εποχές. Είναι γνωστό πως ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα ήταν γνωστά τα μεταξωτά της Καλαμάτας καθώς ο περιηγητής Εβλιά Τσελεμπί έγραφε στο “Οδοιπορικό στην Ελλάδα, 1668-1671”: «Εδώ κατασκευάζονται διάφορα μεταξωτά υφάσματα, που δεν ξεχωρίζουν απ’ τα αλγερινά. Με τέτοια τυλίγουν οι άντρες το κεφάλι και τη μέση τους. Τα πουκάμισα που φτιάχνουν από το μετάξι, τα βάζουν μέσα ς’ ένα καλάμι και τα στέλνουν δώρο στους σουλτάνους, τους βεζίρηδες και τους βεκίληδες. Το κάθε πουκάμισο ζυγίζει εφτά και οχτώ δράμια. Τόσο λεπτό είναι το μετάξι. Ολοι οι κάτοικοι ασχολούνται με την επεξεργασία του. Υπάρχουν φυτείες με εννιά χιλιάδες μουριές. Οι πλαγιές των βουνών της Μάνης έχουν καλό κλίμα και νερό, γι’ αυτό τα παλικάρια και οι γυναίκες των Ρωμιών είναι ξακουστά για την ομορφιά τους. Το μετάξι της Καλαμάτας είναι καλύτερης ποιότητας απ’ αυτό του Κιλάν και του Λαχτσάν στην Περσία. Χιλιάδες φορτία στέλνονται ακόμη και στη Γαλλία».

Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο έρχεται από τα βάθη του χρόνου. Απαθανατίζει μαθήτριες της σχολής μεταξοϋφαντικής τέχνης της Μονής Καλογραιών και παραπέμπει στις εποχές που το «καλαματιανό μαντίλι» είχε κατακτήσει τον κόσμο, ενώ ανθούσε η οικοτεχνική και βιοτεχνική παραγωγή στην Καλαμάτα και την ευρύτερη περιοχή. Η φωτογραφία προέρχεται από μια σημαντική εργασία με τίτλο «Χορός από μετάξι στη Μεσσηνία» την οποία έχει κάνει το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Καλαμάτας. Από την ίδια εργασία αντιγράφουμε: «Στο μοναστήρι τα ορφανά και απροστάτευτα κορίτσια διδάσκονταν τα ελληνικά γράμματα και τη μεταξοϋφαντική τέχνη. Δεν τους έκαναν προσηλυτισμό για μοναχικό βίο. Από τα ειδικευμένα κορίτσια στη μεταξοϋφαντική τέχνη δεν αναπτύχθηκε η μεταξοβιομηχανία μόνο στην Καλαμάτα, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας και ιδιαίτερα στην Αθήνα. Το πρώτο εργοστάσιο μετάξης στην Αθήνα ήταν του Καλαματιανού Ναθαναήλ και οι εργάτριές του είχαν διδαχθεί την τέχνη στη Μονή. Το 1853 η κυβέρνηση ζήτησε από τον τότε μητροπολίτη Μεσσηνίας να σταλούν δύο καλόγριες στη Μονή της Τήνου, για να εκπαιδεύσουν τις εκεί καλόγριες στη μεταξοϋφαντική τέχνη. Σε πολλές πόλεις της Ελλάδας πήγαιναν οι καλόγριες, για να διδάξουν την τέχνη σε οικοκυρικές σχολές (π.χ. Ληξούρι, Εδεσσα)».

Αυτό το απόσπασμα έχει ιδιαίτερη αξία, όχι μόνον ιστορική αλλά και κοινωνική. Γιατί κάνει ακόμη περισσότερο ακατανόητη την εγκατάλειψη της μεγάλης παράδοσης με την οποία είναι συνδεδεμένο το όνομα της πόλης, αλλά και την αδιαφορία που επιδείχθηκε από όλους για το θέμα αυτό. Μπορεί η βιομηχανία του μεταξιού να έπεσε θύμα των οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων, η παράδοση όμως την ακολούθησε χωρίς να γίνει κάποια προσπάθεια για μια συνέχεια προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες.

Ζήτημα πρώτο, η τέχνη και η τεχνογνωσία. Τα χρόνια που πέρασαν δαπανήθηκαν απίστευτα ποσά για «προγράμματα εκπαίδευσης» με ελάχιστα αποτελέσματα. Μόνοι κερδισμένοι όσοι ασχολήθηκαν επαγγελματικά με αυτά εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία και την ανοχή των εκάστοτε αρμοδίων για τα προγράμματα. Ολοι ήθελαν να γίνουν ειδικοί στους υπολογιστές, στη δημοσιογραφία, στα οικονομικά και γενικώς σε γνωστικά αντικείμενα τα οποία «γυάλιζαν», αλλά είχαν επαγγελματική προοπτική σχεδόν μηδενική. Γενικώς οτιδήποτε είχε σχέση με την παραγωγή θεωρήθηκε από αρμοδίους και επιτήδειους ως «ανεπιθύμητο» και παραγκωνίστηκε με τις ευλογίες της κοινωνίας. Παρά τις κατά καιρούς παραινέσεις, κανένας δεν ενδιαφέρθηκε για παράδειγμα να εκπαιδευτούν νέοι άνθρωποι σε παραδοσιακές τέχνες, όπως είναι αυτή της μεταξοϋφαντουργίας. Το γνωστό «μάθε τέχνη και άστηνε» κρίθηκε ως αναχρονιστικό την εποχή της γενικής αφασίας και χάθηκαν αμέτρητες ευκαιρίες. Τα έφερε έτσι όμως η ζωή και η χρησιμότητα της οικοτεχνίας ήρθε πάλι στο προσκήνιο ως ένας τρόπος απασχόλησης και εξασφάλισης κάποιου εισοδήματος, έστω και συμπληρωματικού ή δευτερεύοντος. Και θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα «κοινωνικής οικονομίας» εφόσον υπήρχε και η τεχνογνωσία, αλλά και η ενθάρρυνση με ουσιαστικά κίνητρα από τους εκάστοτε κυβερνώντες.

Και αναφέρομαι σε οικοτεχνία γιατί είναι προφανές ότι σε βιοτεχνική-βιομηχανική κλίμακα το ζήτημα έχει πολλές παραμέτρους, και ενδεχομένως θα αποτελούσε μαξιμαλιστική προσέγγιση της πραγματικότητας η πολιτική «αναβίωσης» ενός κλάδου που δεν ρίζωσε ούτε εκεί που έγιναν προσπάθειες (στο Σουφλί για παράδειγμα), για μια σειρά λόγους οι οποίοι δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς και θα ήταν επιπόλαιο να αυθαιρετήσει κάποιος στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με μια ξεχωριστή περίπτωση. Στα καταστήματα της πόλης θα μπορούσαν να κρέμονται αυθεντικά καλαματιανά μαντίλια οικοτεχνικής παραγωγής. Η οποία θα ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί με την επιδότηση του εξοπλισμού (πόσα και πόσα χρήματα δεν πήγαν σε μαύρες αντιπαραγωγικές τρύπες;) από διάφορα προγράμματα που έτρεχαν ή θα έπρεπε να προσαρμοστούν με δική μας παρέμβαση. Και με την αξιοποίηση αυτής της δυνατότητας από νέα παιδιά, μέσα και από τη δημιουργία κοινοπρακτικών σχημάτων μικρού οικονομικού ρίσκου τα οποία θα βασίζονταν στην προσωπική εργασία των συνεργαζόμενων. Υπάρχουν διάφορες μορφές με τις οποίες θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο και σε κάθε περίπτωση θα μπορούσαν να αναζητηθούν οι καλύτερες.

Το θέμα της μεταξοϋφαντουργίας επανέρχεται κατά καιρούς με διαφορετικό τρόπο ή αφορμή, αλλά ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει ουσιαστική συζήτηση. Από την εποχή της δημοτικής επιχείρησης «Καλαματιανό Μαντίλι» μέχρι τώρα έχουν κυλήσει σχεδόν 40 χρόνια. Ηταν η μόνη δημοτική επιχείρηση που ιδρύθηκε, απέκτησε διαδοχικά διοικητικά συμβούλια, πινακίδα και γραφεία αλλά ουδέποτε αποφάσισε το οτιδήποτε και διαλύθηκε. Εν γνώσει των δυσκολιών, κανένας δεν θέλησε να τη λειτουργήσει, αλλά δεν έγινε και καμία αναγνωριστική κίνηση από την οποία να προκύψει το συμπέρασμα ότι το «καλαματιανό μαντίλι» είναι τελειωμένη υπόθεση. Θεωρήθηκε ως τέτοια στην πορεία, με αποτέλεσμα η υπόθεση να πάει στο ράφι με τα αζήτητα.

Σε μια εποχή που αναζητούνται παραγωγή και τρόποι απασχόλησης, μπορούμε να δούμε το θέμα με φρέσκια ματιά. Με την αξιοποίηση του θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με εκπαιδευτικά προγράμματα και συνεργατικές μορφές που θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ουσιαστικής μελέτης. Και αυτό δεν μπορεί παρά να το κάνει ο δήμος, οι αρμόδιοι του οποίου θα πρέπει να αντιληφθούν επιτέλους ότι οφείλουν να στρέψουν την προσοχή τους στην ανάπτυξη της παραγωγής, την προστασία και την προώθηση των τοπικών προϊόντων. Ειδικά εκείνων που είναι συνυφασμένα με την ιστορία, τη ζωή και το όνομα της πόλης.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2022 20:43
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Επί Τάπητος: Μια επιδημία γρίπης πριν από 97 χρόνια

NEWSLETTER