Γίνονται με φόντο το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που έχει διαβρώσει την αξιοπιστία της κυβέρνησης και έχει ενισχύσει την αίσθηση ότι, μετά από 7 χρόνια, η διαχείριση των κρίσεων παραμένει κυρίως επικοινωνιακή. Το βαθύ πελατειακό κράτος, που οργανώνει επιδοτήσεις, εξαιρέσεις και «διευκολύνσεις», παραμένει άθικτο. Αυτή η συγκυρία εξηγεί και κάτι ακόμη. Η κοινή γνώμη μοιάζει να «καταψηφίζει» συνολικά την κυβερνητική πολιτική, χωρίς να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ούτε για το περιεχόμενο των αγροτικών αιτημάτων ούτε για το εξωτερικό κόστος των κινητοποιήσεων. Οι αποκλεισμοί δρόμων, οι καθυστερήσεις και η ταλαιπωρία δεν προκαλούν την ένταση άλλων εποχών. Όχι επειδή θεωρούνται δίκαιοι, αλλά επειδή λειτουργούν ως σύμπτωμα μιας γενικευμένης δυσαρέσκειας.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, αιτήματα, όπως η «ελάχιστη τιμή παραγωγού», περνούν σχεδόν χωρίς ουσιαστική συζήτηση. Ελάχιστοι αναρωτιούνται αν μια τέτοια ρύθμιση θα ενίσχυε πράγματι τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους ή αν θα άνοιγε έναν ακόμη μηχανισμό πελατειακής διαχείρισης. Κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να εξετάσει τι θα σήμαινε, για παράδειγμα, μια ελάχιστη τιμή στο ελαιόλαδο. Ποιος θα την καθόριζε, το κράτος ή η Περιφέρεια; Θα ίσχυε η ίδια τιμή για λάδι από υπερώριμες, πεσμένες ελιές σε ένα νησί και για άγουρο λάδι από τη Μάνη; Ποια τιμή θα θεωρούνταν «δίκαιη», 5 ή 8 ευρώ το κιλό; Και ποιος θα πλήρωνε τελικά αυτή τη διαφορά: ο έμπορος, ο καταναλωτής ή ο φορολογούμενος; Το σημαντικότερο ερώτημα αφορά την ποιότητα. Θα βελτιωνόταν ή θα ενθαρρυνόταν η συγκομιδή υπερώριμου καρπού για περισσότερα κιλά;
Τα ερωτήματα αυτά, προφανώς, δεν αθωώνουν την κυβερνητική πολιτική. Μια πολιτική που επιδοτεί την «ελάχιστη κυκλοφορία» στον αυτοκινητόδρομο Α7 και ταυτόχρονα σπρώχνει τους αγρότες στον δρόμο, για να διεκδικήσουν και αυτοί ισότιμη μεταχείριση στις επιδοτήσεις. Το πρόβλημα, όμως, δεν λύνεται με συνθήματα. Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα κριθεί κυρίως από το βάθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Καμία πολιτική δύναμη δεν έχει καταθέσει μια ρεαλιστική, πειστική εναλλακτική πρόταση για την ελληνική οικονομία. Και η πολιτική των «ελάχιστων τιμών», όπως προβάλλεται σήμερα, μοιάζει περισσότερο να συντηρεί κομματικά μαγαζιά παρά να προστατεύει το συνολικό εισόδημα και το μέλλον της παραγωγής.
