Η καταγραφή των δέκα κατηγοριών των αρνητών της ανάπτυξης, που ξεκίνησε πρόσφατα, συνεχίζεται σήμερα με την εστίαση στην ένατη κατηγορία: τους … ινφλουένσερ των κοινωνικών δικτύων. Πρόκειται για εκείνους που κυνηγούν μανιωδώς ακολούθους, δόξα και χρήμα, πουλώντας φτηνή, ανέξοδη αντίσταση και εύκολο συναίσθημα. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά έχει βαθιές ρίζες.
Τα χρόνια της μεταπολίτευσης, πολλοί Έλληνες έκαναν ανέξοδη αντίσταση, περιγράφοντας το απόγευμα στο καφενείο πώς δήθεν συγκρούστηκαν το πρωί με το τέρας της γραφειοκρατίας. Στην πραγματικότητα, περίμεναν υπομονετικά στην ουρά όπως όλοι οι υπόλοιποι, προσπαθώντας να παρακαλέσουν τον υπάλληλο για εξυπηρέτηση. Επειδή όμως συνήθως έφευγαν άπρακτοι, είχαν ανάγκη να κατασκευάσουν ένα αντιστασιακό παραμύθι για να θεραπεύσουν τον πληγωμένο τους εγωισμό. Αυτή η ψυχοπαθολογική ανάγκη βρήκε το ιδανικό της καταφύγιο στα κοινωνικά δίκτυα, όπου όλοι πλέον αντιστέκονται στα πάντα και κυρίως στο σύστημα, το οποίο στην πραγματικότητα υπηρετούν τυφλά. Όσο πιο πιστά το υπηρετούν, τόσο περισσότερο ουρλιάζουν ψηφιακά.Τα ουρλιαχτά εξαργυρώνονται με likes, ακολούθους και χρήμα.
Έχοντας «σπουδάσει» στην trash tv, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας αδυνατεί πλέον να διακρίνει το σοβαρό από το γελοίο. Το απέδειξε άλλωστε στέλνοντας στη Βουλή πρωταγωνιστές της σκουπιδοτηλεόρασης. Άλλοι, εθισμένοι στα διαδικτυακά παιχνίδια, μπερδεύουν την πραγματικότητα με τον ψηφιακό κόσμο, ενώ πολλοί εξισώνουν τις εθνικές εκλογές με τη ψηφοφορία της Eurovision.
Η «ψηφιακή αντίσταση» αποτελεί πλέον το απόλυτο mainstream. Οι επαναστάτες του πληκτρολογίου διαμαρτύρονται με μοναδικό στόχο τη διαδικτυακή αποδοχή. Μέσα σε αυτό το θολό πλαίσιο, κάθε μεγάλη επένδυση και παραγωγική δραστηριότητα αντιμετωπίζεται εχθρικά. Εξαίρεση αποτελεί μόνο ο «αγνός» πρωτογενής τομέας, για τον οποίο όλοι κόπτονται στα σχόλια, αλλά σχεδόν κανένας δεν καταδέχεται να πάει να εργαστεί. Όσο η τοπική πραγματικότητα θα καθορίζεται από την κουλτούρα του «κλικ» και των εύκολων αφορισμών, η ανάπτυξη θα παραμένει όμηρος μιας εικονικής πραγματικότητας που πνίγει το μέλλον της περιοχής και διώχνει τους νέους.
