Η δημοσίευση των κειμένων στο διαδίκτυο προκαλεί, όπως αναμενόταν, την έντονη αντίδραση όσων αναγνωρίζουν τον εαυτό τους. Αισθάνονται την ανάγκη να απολογηθούν, επιστρατεύοντας τα συνήθη ουρλιαχτά και τις ύβρεις. Προς Θεού, δεν ισχυρίζομαι ότι όποιος διαφωνεί με τη στήλη βρίσκεται σε λάθος πορεία. Αντιθέτως, η καλόπιστη κριτική, ακόμα και η εμπαθής ορισμένες φορές, βοηθάει στον διάλογο. Έτσι έρχονται στην επιφάνεια προβλήματα και αλήθειες που δεν συζητιούνται στα επίσημα συνέδρια.
Το πραγματικό πρόβλημα ξεκινά με όσους αδυνατούν να κατανοήσουν το κείμενο. Γράφουν για διαστημικές πτήσεις, την ώρα που η συζήτηση αφορά τον… πρωτογενή τομέα. Μερικές φορές δεν μπαίνουν καν στον κόπο να διαβάσουν το άρθρο, απλώς λένε ή γράφουν ό,τι θέλουν. Το φαινόμενο δεν είναι πρωτόγνωρο. Στο παρελθόν με έχουν βρίσει στο τηλέφωνο για ρεπορτάζ συναδέλφου στο «Θάρρος», επειδή κάποιος είπε στο καφενείο ότι το υπογράφω εγώ.
Η κατάσταση ξεφεύγει εντελώς στα κοινωνικά δίκτυα, όπου ο καθένας απαντά ό,τι του κατέβει, χωρίς να διαβάσει ούτε μια αράδα. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που διαβάζουν αλλά καταλαβαίνουν ό,τι θέλουν, καθώς έχουν προαποφασίσει ότι για την τύχη της Μεσσηνίας, της Πελοποννήσου και της Ελλάδας αποφασίζουν κάποια σκοτεινά εθνικά, ταξικά ή θρησκευτικά κέντρα. Οι ίδιοι θεωρούν ότι έρχονται στη ζωή με αποστολή να σώσουν την ανθρωπότητα από τους δυνάστες της.
Όπως όλοι οι θεοπάλαβοι που αιματοκυλούν τον κόσμο επειδή πιστεύουν ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια, έτσι και αυτοί οι «μαχητές του πληκτρολογίου» δεν είναι ακίνδυνοι γραφικοί. Από τις τάξεις τους ξεπηδούν οι επόμενοι «μεσσίες». Αυτοί επιχειρούν να «διορθώσουν» τον κόσμο καταπνίγοντας κάθε αντίθετη φωνή, καθώς πιστεύουν ότι η πολυφωνία και η δημοκρατία συνδέονται άρρηκτα με την παρακμή της Δύσης και του καπιταλισμού. Και κάπως έτσι, η γραφικότητα μετατρέπεται σε κίνδυνο για το μέλλον του τόπου.
