Το στεγαστικό και η ακριβή ενέργεια σπρώχνουν ψηφοφόρους προς τα άκρα, αλλά η μετανάστευση προσφέρει κάτι περισσότερο: φόβο. Και ο φόβος μετατρέπεται πολύ ευκολότερα σε ψήφο από έναν λογαριασμό ρεύματος. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαία η επιστροφή του όρου «λαθρομετανάστες» στη δημόσια συζήτηση. Ο Αντώνης Σαμαράς γνωρίζει πολύ καλά σε ποιο ακροατήριο απευθύνεται χρησιμοποιώντας τον. Γνωρίζει όμως εξίσου καλά τι συμβαίνει στη Μεσσηνία. Ο μικρός παραγωγός με 10 ή 15 στρέμματα ελιές δεν πρόκειται να στήσει διεθνές γραφείο προσλήψεων για να μαζέψει τον καρπό του. Θα ψάξει εργάτες που βρίσκονται ήδη εδώ και πολλές φορές θα τους πληρώσει στη γκρίζα αγορά εργασίας. Το ίδιο κάνουν μικρές οικοδομικές, τουριστικές και άλλες επιχειρήσεις. Όλοι καταγγέλλουν την παράνομη μετανάστευση και ταυτόχρονα ένα κομμάτι της οικονομίας χρησιμοποιεί την παράνομη εργασία.
Ακόμα μεγαλύτερη υποκρισία είναι η φαντασίωση ότι κάποια στιγμή «θα γυρίσουν τα παιδιά στα χωράφια». Δεν θα γυρίσουν. Όποιος νέος μπορεί να βρει καλύτερη δουλειά θα την αναζητήσει στην Καλαμάτα, στην Αθήνα ή στο εξωτερικό. Σε λίγα χρόνια το ερώτημα δεν θα είναι αν θα υπάρχουν αλλοδαποί εργάτες γης. Θα είναι αν θα υπάρχουν αρκετοί εργαζόμενοι για την εστίαση, τις οικοδομές, τις μεταφορές, τα ταξί και δεκάδες άλλες δουλειές. Αυτό ακριβώς φοβίζει ένα τμήμα της κοινωνίας. Βλέπει στις γειτονιές της Αθήνας την εικόνα της Ελλάδας που έρχεται και ζητά κλειστά σύνορα, λες και μπορούν να κλείσουν τα σύνορα χωρίς να κλείσουν μαζί θερμοκήπια, ελαιώνες, ξενοδοχεία και εργοτάξια. Υπάρχει όμως και η αντίστροφη αυταπάτη. Η Ευρώπη δεν διαθέτει ανεξάντλητο κοινωνικό κράτος ούτε μπορεί να υποδέχεται χωρίς όρια πληθυσμούς από χώρες με τεράστιες εισοδηματικές διαφορές. Το δικαίωμα εγκατάστασης δεν μπορεί να σημαίνει αυτομάτως και απεριόριστη πρόσβαση σε όλες τις παροχές από την πρώτη ημέρα.
Η Δεξιά που υπόσχεται Ευρώπη χωρίς μετανάστες πουλάει μια οικονομικά ανέφικτη επιστροφή στο παρελθόν. Η Αριστερά που αντιμετωπίζει κάθε περιορισμό ως απανθρωπιά αρνείται να συζητήσει ποιος τελικά πληρώνει τον λογαριασμό. Και ανάμεσα στις δύο φαντασιώσεις βρίσκεται η πραγματικότητα: θέλουμε τους μετανάστες για να μαζεύουν τις ελιές, αλλά δυσκολευόμαστε να δεχτούμε ότι αύριο θα είναι οι γείτονές μας.
