Ο διπλασιασμός της επιβατικής κίνησης έως το 2030 αποτελεί μια συντηρητική πρόβλεψη, η οποία περισσότερο ακολουθεί τη φυσική ροή της αγοράς παρά απορρέει από έναν επιθετικό στρατηγικό σχεδιασμό της Περιφέρειας Πελοποννήσου και των δήμων της Μεσσηνίας. Σήμερα, το Αεροδρόμιο της Καλαμάτας εξυπηρετεί μόλις το 20% των αλλοδαπών επισκεπτών της Περιφέρειας, με τη συντριπτική πλειονότητα να εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το «Ελευθέριος Βενιζέλος» ως πύλη εισόδου. Ο στόχος των 750.000 επιβατών σε βάθος πενταετίας μαρτυρά μια ανησυχητική αναπτυξιακή μυωπία. Την ώρα που προορισμοί με ανάλογα χαρακτηριστικά, όπως τα Χανιά και το Ηράκλειο, κινούνται σε τάξεις μεγέθους εκατομμυρίων, η Μεσσηνία φαίνεται να τοποθετεί τον πήχη στο έδαφος, ικανοποιημένη με τα ψίχουλα μιας σταδιακής ανόδου.
Η στάση της αυτοδιοίκησης χαρακτηρίζεται από έναν επικίνδυνο εφησυχασμό πίσω από τις επενδύσεις της Fraport. Αντί οι τοπικοί «ταγοί» να διεκδικούν δυναμικά τη μετατροπή του Αερολιμένα σε βασικό κόμβο της νότιας Ελλάδας, παραμένουν θεατές, χωρίς ένα συνεκτικό πλάνο για τη σύνδεση του τουριστικού ρεύματος με την τοπική παραγωγή και τον πολιτισμό. Η έλλειψη πρωτοβουλιών για την προσέλκυση πτήσεων όλο τον χρόνο και η καθυστέρηση στη δημιουργία υποδομών που θα υποστηρίξουν το Αεροδρόμιο, καθηλώνουν την περιοχή στον «βάλτο» της εποχικότητας. Για να πάψει το Αεροδρόμιο να είναι ο «φτωχός συγγενής» των διεθνών Αερολιμένων, απαιτείται ηγεσία που θα τολμήσει να οραματιστεί πέρα από τα εκλογικά χρονοδιαγράμματα. Η Μεσσηνία δεν έχει ανάγκη από διαχειριστές της υφιστάμενης κατάστασης, αλλά από μια επιθετική στρατηγική που θα καταστήσει την Καλαμάτα κυρίαρχη πύλη της Πελοποννήσου. Όσο οι στόχοι παραμένουν ισχνοί, οι ευκαιρίες θα συνεχίσουν να πετούν πάνω από το κεφάλι μας, καταλήγοντας σε άλλους, πιο τολμηρούς προορισμούς.
