Κινείται εδώ και χρόνια σε ένα «ικανοποιητικό» επίπεδο, εγκλωβισμένη σε μια ιδιότυπη παγίδα μεσαίου εισοδήματος που ναρκώνει τα αντανακλαστικά της. Η τοπική οικονομία μεταλλάχθηκε από την αγροτική αυτάρκεια σε ένα μείγμα τουρισμού, υπηρεσιών και πρωτογενούς παραγωγής, φέρνοντας μια σχετική ευημερία. Ωστόσο, η μετάβαση αυτή δεν συνοδεύτηκε από το απαραίτητο επόμενο βήμα: τη δημιουργία ισχυρής παραγωγής υψηλής αξίας και σταθερής καινοτομίας. Στο λιμνασμένο αυτό περιβάλλον, επιχειρηματίες και μικροί παραγωγοί μοιάζουν να έχουν βολευτεί σε ένα εισόδημα που κρίνεται «αρκετά καλό». Η πίεση για ρίσκο εξανεμίζεται και η μεγιστοποίηση του κέρδους υποχωρεί μπροστά στη γλυκιά σιγουριά της επανάληψης. Το ίδιο μοτίβο ακολουθούν και οι μισθωτοί, πολλοί από τους οποίους σταματούν να αναζητούν καλύτερες αμοιβές ή να επενδύουν σε νέες δεξιότητες.
Γιατί να κουραστεί κανείς παραπάνω, όταν το σήμερα προσφέρει μια ανεκτή επιβίωση; Έτσι οικοδομείται ένα κλειστό σύστημα, όπου η καινοτομία φαντάζει περιττή πολυτέλεια και η ανατροπή της ισορροπίας προκαλεί περισσότερο φόβο παρά ενδιαφέρον. Η συντήρηση της υπάρχουσας κατάστασης μετατρέπεται στην πιο εύκολη, αλλά και την πιο επικίνδυνη επιλογή. Το τίμημα αυτής της νοοτροπίας είναι ήδη υπαρκτό και μετρήσιμο. Η οικονομία χάνει ρυθμό, η παραγωγικότητα βαλτώνει και η ανταγωνιστικότητα διαβρώνεται αργά αλλά σταθερά. Όσο ο τόπος συγκρίνεται με πιο δυναμικές οικονομίες, το χάσμα μεγαλώνει και η απόσταση από τις εξελίξεις γίνεται χαώδης.
Η Μεσσηνία δεν κινδυνεύει από μια θεαματική κατάρρευση με θόρυβο. Απειλείται από κάτι πολύ πιο ύπουλο: Μια ήσυχη, βελούδινη στασιμότητα που περνά απαρατήρητη, μέχρι τη στιγμή που θα γίνει μόνιμη μοίρα. Όταν πλέον συνειδητοποιήσουμε ότι η «ασφάλεια» του μεσαίου εισοδήματος ήταν μια χρυσή φυλακή, η έξοδος θα είναι πολύ πιο δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Η αυτάρκεια του σήμερα υποθηκεύει τη δυναμική τού αύριο, αφήνοντας την περιοχή θεατή σε έναν κόσμο που τρέχει με άλλες ταχύτητες.
