Είτε πρόκειται για «προστασία» από τον ανταγωνισμό είτε για άμεση οικονομική ενίσχυση, η νοοτροπία της εξάρτησης παραμένει το κυρίαρχο DNA τόσο της μεγάλης όσο και της μικρής παραγωγής στη χώρα μας.
Όσοι αιθεροβάμονες πίστεψαν ότι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα λειτουργούσε ως ηλεκτροσόκ εξωστρέφειας, στρέφοντας τις επιχειρήσεις στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, διαψεύστηκαν παταγωδώς. Οι δικοί μας «νοικοκυραίοι» επιχειρηματίες ανακάλυψαν γρήγορα το νέο Ελντοράντο: τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και τα προγράμματα. Αντί για καινοτομία, επένδυσαν στη γραφειοκρατική διεκδίκηση πόρων, μετατρέποντας την επιχειρηματικότητα σε μια άσκηση επιβίωσης μέσω των Βρυξελλών. Κάποια στιγμή, η συζήτηση πρέπει να ανοίξει σοβαρά: Πέτυχαν τελικά αυτά τα προγράμματα τον σκοπό τους ή μήπως εξέθρεψαν μια νέα τάξη «αετονύχηδων» και παρατρεχάμενων; Στην Ελλάδα, το σίγουρο είναι ότι δημιουργήθηκε μια κάστα που πλουτίζει σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, έχοντας προνομιούχα πρόσβαση στα κονδύλια, την ώρα που η πραγματική οικονομία ασφυκτιά.
Μέσα σε αυτό το νοσηρό κλίμα, η προσέγγιση του πολέμου στον Κόλπο και την περιοχή του Ιράν ως «ευκαιρία» για νέες αποζημιώσεις δεν προκαλεί καμία έκπληξη. Αντί οι κοινωνικοί εταίροι να δουν την κρίση ως αφορμή για να προβάλουν την Ελλάδα ως τον απόλυτο ασφαλή προορισμό -ειδικά στον τουρισμό, αποσπώντας επισκέπτες από το Ντουμπάι και τα Εμιράτα- επιδίδονται στο γνωστό κυνήγι της κρατικής πίτας. Αντί για σχέδιο προσέλκυσης, προτιμούν το μοιρολόι για μια «αναπόφευκτη κρίση», που κανείς δεν ξέρει αν θα έρθει, αρκεί να εξασφαλίσουν το επόμενο πακέτο στήριξης. Αν στο κάδρο προσθέσουμε και τις γνωστές κραυγές των επαγγελματιών αντιδυτικών, το σκηνικό ολοκληρώνεται. Ένας δήθεν πασιφισμός επιστρατεύεται ως ιδεολογικό προπέτασμα καπνού, την ώρα που από πίσω στήνεται άλλη μια «αρπαχτή». Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, οι κρίσεις βαφτίζονται ευκαιρίες πλουτισμού, με το κράτος πατέρα να πληρώνει πάντα τον λογαριασμό της επιχειρηματικής μας αφασίας.
