Η εικόνα αυτή δεν ξαφνιάζει κανέναν, γιατί επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά κάθε χρόνο, με την τοπική οικονομία να στηρίζεται σε σύντομες περιόδους αιχμής, όπως οι γιορτές και τα τριήμερα, χωρίς όμως να αποκτά σταθερή δυναμική που να της επιτρέπει να ανέβει επίπεδο. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι επισκέψεις αυτών των περιόδων δημιουργούν πρόσκαιρο τζίρο, αλλά δεν μεταφράζονται σε σταθερό εισόδημα για την τοπική αγορά, η οποία χρειάζεται διάρκεια και όχι εκρήξεις κατανάλωσης που σβήνουν τόσο γρήγορα όσο εμφανίζονται.
Πίσω όμως από τη φαινομενικά καλή εικόνα του Πάσχα, υπάρχει μια πιο δύσκολη πραγματικότητα, καθώς η τοπική κατανάλωση παραμένει βαθιά πληγωμένη από τη μείωση του φετινού εισοδήματος των ελαιοπαραγωγών, γεγονός που επηρεάζει άμεσα το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Όταν το αγροτικό εισόδημα μειώνεται, περιορίζεται αυτόματα και η κατανάλωση, με αποτέλεσμα να πιέζονται όλοι οι κλάδοι της τοπικής οικονομίας, από το λιανεμπόριο μέχρι τις υπηρεσίες, σε μια αλυσίδα που δύσκολα σπάει.
Το φετινό Πάσχα ήρθε μάλιστα νωρίς, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο τη συνηθισμένη μεθεορταστική μελαγχολία, αλλά και μια έντονη αγωνία για το πώς θα κινηθεί η αγορά μέχρι την έναρξη της θερινής περιόδου, καθώς μεσολαβεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα με περιορισμένη ζήτηση. Σε αυτό το διάστημα αποκαλύπτεται η πραγματική αντοχή της τοπικής οικονομίας, η οποία δείχνει να εξαρτάται υπερβολικά από τον εποχικό τουρισμό και να μην διαθέτει τις βάσεις για σταθερή ανάπτυξη καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η Μεσσηνία δεν στερείται επισκεπτών στις περιόδους αιχμής, αλλά στερείται ενός μοντέλου που να μετατρέπει την επισκεψιμότητα σε διαρκές εισόδημα, κάτι που προϋποθέτει ενίσχυση της παραγωγής, αύξηση της τοπικής κατανάλωσης και καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να πανηγυρίζουμε για γεμάτες ημέρες και να ανησυχούμε για άδειους μήνες, εγκλωβισμένοι σε μια οικονομία, που επαναλαμβάνει τα ίδια μοτίβα χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά πορεία.
