Σύμφωνα με την επίσημη χρονοσειρά της ΕΛΣΤΑΤ, το 1994 καταγράφηκαν στη Μεσσηνία 1.374 γεννήσεις. Το 2004 ήταν 1.345, το 2014 περιορίστηκαν στις 1.150 και το 2024 έπεσαν στις μόλις 945. Μέσα σε τριάντα χρόνια, δηλαδή, οι ετήσιες γεννήσεις μειώθηκαν κατά 429 ή 31,2%. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν κοιτάξουμε τι σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί για την αυριανή αγορά εργασίας. Οι σχετικά πολυπληθείς γενιές της περιόδου 2005–2011, κυρίως λόγω των γεννήσεων από αλλοδαπή μητέρα που άγγιζαν το 25%, συγκρατούν ακόμη το πρόβλημα.
Από το 2035 όμως αρχίζει θα αρχίσει να φαίνεται καθαρά η μεγάλη δημογραφική τρύπα. Την περίοδο 2015–2024 γεννήθηκαν συνολικά στη Μεσσηνία 10.910 παιδιά. Αν οι γεννήσεις είχαν παραμείνει στα επίπεδα του 1994, οι αντίστοιχες συνολικές γεννήσεις θα αριθμούσαν 13.740 άτομα. Λείπουν δηλαδή 2.830 νέοι, ποσοστό μεγαλύτερο του 20%. Αυτές ακριβώς οι μικρότερες γενιές θα φτάνουν διαδοχικά σε ηλικία εισόδου στην αγορά εργασίας από το 2035 έως το 2044. Και η κατηφόρα γίνεται όλο και πιο απότομη.
Το 2044 θα φτάσει στην ηλικία των 20 ετών η γενιά του 2024, η οποία αριθμεί μόλις 945 άτομα, έναντι 1.374 της γενιάς του 1994. Μιλάμε για 429 λιγότερους νέους μέσα σε μία μόνο χρόνια και για μείωση 31,2%. Και αυτά πριν υπολογίσουμε πόσοι θα φύγουν από τη Μεσσηνία για σπουδές και δουλειά και δεν θα επιστρέψουν. Με αυτά τα δεδομένα, η συζήτηση για την έλλειψη εργατικών χεριών αποκτά εντελώς διαφορετική διάσταση. Όσο μικραίνει η δεξαμενή των νέων, τόσο εντονότερος θα γίνεται ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων για εργαζομένους. Οι νέοι θα επιλέγουν, όπως είναι φυσικό, τις καλύτερα αμειβόμενες θέσεις και όσες επιχειρήσεις δεν μπορούν να προσφέρουν ανταγωνιστικούς μισθούς θα δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να βρουν προσωπικό.
Το βλέπουμε ήδη στην αγροτική παραγωγή. Μικροκαλλιεργητές που δεν βρίσκουν εργατικά χέρια για τη συγκομιδή της ελιάς δίνουν τα κτήματα μισιακά, εφόσον βρουν κάποιον να τα αναλάβει, ή μαζεύουν όσο λάδι χρειάζεται το σπίτι και αφήνουν την υπόλοιπη παραγωγή. Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζουν ήδη η εστίαση, τα ξενοδοχεία και πολλές ακόμη επιχειρήσεις. Σε βάθος χρόνου, μεγαλύτερες αντοχές θα έχουν οι οικογενειακές επιχειρήσεις και όσες διαθέτουν την παραγωγικότητα που απαιτείται για να πληρώνουν υψηλότερους μισθούς. Οι υπόλοιπες θα περιορίσουν τη δραστηριότητά τους, θα κλείσουν ή θα αναζητήσουν εργαζομένους από το εξωτερικό. Γι’ αυτό καλό θα ήταν ορισμένοι να αφήσουν στην άκρη τα ρατσιστικά παραληρήματα και να κοιτάξουν τους αριθμούς. Η Μεσσηνία των επόμενων δεκαετιών θα χρειάζεται εργαζομένους που απλούστατα δεν θα υπάρχουν στον σημερινό αριθμό. Όποιος ταξιδεύει στην υπόλοιπη Ευρώπη έχει ήδη δει την εικόνα του μέλλοντος. Σε λίγα χρόνια θα γίνεται ολοένα δυσκολότερο να βρεις ντόπιο σερβιτόρο, ξενοδοχοϋπάλληλο ή εργάτη γης. Δεν πρόκειται για κάποια δυσοίωνη προφητεία. Είναι απλή αριθμητική.
