Κυριακή, 10 Μαρτίου 2024 21:10

Μήνυμα για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Του Γιώργου Παναγόπουλου

Στο συνέδριο της Καθημερινής «Μεταπολίτευση: 50 χρόνια μετά» μίλησαν τρεις πρώην πρωθυπουργοί που διαχειρίστηκαν τη χρεοκοπία της χώρας, εφάρμοσαν μνημόνια και μάλλον έκλεισαν τον κύκλο της μεταπολιτευτικής ανάπτυξης και πραγματικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων. Ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Αντώνης Σαμαράς και ο Αλέξης Τσίπρας υπερασπίστηκαν τις επιλογές τους σημειώνοντας ότι το βασικό τους μέλημα ήταν η παραμονή της χώρας στην Ε.Ε. Τώρα όλοι συμφωνούν ότι τα μνημόνια ήταν μονόδρομος και απαραίτητο στοιχείο, προκειμένου να μην διαλυθεί εντελώς η χώρα και να τεθεί σε αμφισβήτηση ακόμα και η ύπαρξή της.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί δεν επιτεύχθηκε από την αρχή συναίνεση για την εφαρμογή των μνημονίων; Γιατί οι πολιτικοί αρχηγοί δεν συμφώνησαν από το 2010, έτσι ώστε η κοινωνία να μην πολωθεί και η χώρα να βγει πολύ πιο γρήγορα από την επιτήρηση, όπως συνέβη με άλλες χώρες της Ε.Ε. που βρέθηκαν στην ίδια θέση; Η απάντηση βρίσκεται στην έλλειψη συναίνεσης και στον καιροσκοπικό πολιτικό λαϊκισμό. Ο λαϊκισμός του Ζαππείου με τις τάχα διαφορετικές συνταγές συναντήθηκε με τις λαϊκίστικες αυταπάτες της κατάργησης των μνημονίων «με έναν νόμο και ένα άρθρο» και οδήγησαν στην επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας και των πολιτών.
Ο Αντώνης Σαμαράς μιλώντας στο συνέδριο ούτε λίγο ούτε πολύ δαιμονοποίησε την έννοια της συναίνεσης υποστηρίζοντας ότι «όταν ακούω τη λέξη συναίνεση και με τα τρία κόμματα και μέσα στην κυβέρνηση, συγγνώμη, αλλά αυτό μυρίζει διάθεση συνθηκολόγησης και όχι συναίνεσης για τα εθνικά ζητήματα». Η παραμονή της χώρας στην Ε.Ε. και τη Δύση ήταν και είναι προφανώς μέγιστο εθνικό ζήτημα, πολύ σημαντικότερο από το όνομα της Βόρειας Μακεδονίας και το γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Είναι ξεκάθαρο ότι ακόμα και τώρα θεωρεί τη συναίνεση «συνθηκολόγηση» και αυτό έπραξε και στη φάση των μνημονίων. Την αποδέχθηκε και την επιζήτησε βέβαια από τους άλλους μόνο για να γίνει και να παραμείνει ο ίδιος πρωθυπουργός.
Ο Γιώργος Παπανδρέου αποδείχθηκε πολιτικά αφελής και το πλήρωσε. Όπως υποστήριξε, στο τηλεφώνημα που είχε κάνει ως πρωθυπουργός τον Ιούλιο του 2011 στον Αντώνη Σαμαρά, του μετέφερε ότι «ήμουν διατεθειμένος, παρότι είχα πάρει 44% και είχα πλειοψηφία στη Βουλή, να φύγω από την καρέκλα αυτή» υπό τον όρο «να υπάρχει ενότητα και να δουλέψουμε μαζί για να φύγουμε από αυτή την κατάσταση». Δέκα λεπτά μετά τη λήξη του τηλεφωνήματος -είπε ο Γ. Παπανδρέου- οι συνεργάτες του τον ενημέρωσαν πως «έχει βουίξει ο τόπος ότι παραιτείσαι, ότι θα φύγεις. Δεν είχαμε κάνει συμφωνία και σε δέκα λεπτά βγαίνει και λέει “φεύγει ο Παπανδρέου, ερχόμαστε εμείς”».
Ο Αλέξης Τσίπρας, που θα έσχιζε τα μνημόνια, δήλωσε ότι «ούτε μια στιγμή» δεν πέρασε από το μυαλό του να διαπραγματευτεί την παρουσία της χώρας στην Ε.Ε. και στο ευρώ, ενώ σημείωσε ότι «υπήρχαν πρόσωπα και δυνάμεις που φλέρταραν με την ανάγκη η χώρα να βγει από το ευρώ, στο εσωτερικό της κυβέρνησής μου, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2015 που έγινε το ξεκαθάρισμα αυτό». Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για αφέλεια ή αυταπάτη, αλλά από την πλειοψηφία των πολιτών θεωρήθηκε εξαπάτηση.
Όλα όσα συνέβησαν τη συγκεκριμένη περίοδο καθορίζουν το σημερινό πολιτικό τοπίο. Το ΠΑΣΟΚ χρεώθηκε τα μνημόνια αλλά και τη χρεοκοπία της χώρας για την οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε τη δεκαετία του ‘80! Ο ΣΥΡΙΖΑ το δημοψήφισμα και την κωλοτούμπα που ακολούθησε. Αντίθετα η Ν.Δ. πέτυχε να αποτινάξει από πάνω της όχι μόνο τις ευθύνες για τη χρεοκοπία της χώρας με τη διακυβέρνηση Κώστα Καραμανλή αλλά και τον αντιμνημονιακό λαϊκισμό Σαμαρά του Ζαππείου. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατάφερε να πείσει ότι εγγυάται τη σταθερότητα εντός της Ε.Ε. και ότι μπορεί να επαναφέρει τη χώρα στην προμνημονιακή κανονικότητα.
Η οικονομική στασιμότητα είναι πλέον ο πολιτικός αντίπαλος της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι δεν αρκεί η σταθερότητα και επιζητούν την κανονικότητα της βελτίωσης του βιοτικού τους επιπέδου στη λογική της σύγκλισης με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. Όσο αυτό δεν συμβαίνει -και την ίδια ώρα μας φτάνουν, αν δεν μας προσπερνούν, οι υπόλοιπες χώρες των Βαλκανίων- θα αυξάνεται η πολιτική πίεση και θα φουντώνει ο ανορθολογισμός. Οι ισορροπίες στην κοινωνία είναι πλέον εξαιρετικά εύθραυστες και όλα δείχνουν ότι το μήνυμα που θα σταλεί στις ευρωεκλογές θα είναι ιδιαίτερα ηχηρό.

panagopg@gmail.com