Σε μια περίοδο, όπου ο παγκόσμιος τουριστικός ανταγωνισμός σκληραίνει, τέτοιες διακρίσεις δεν είναι αυτονόητες. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι η προβολή. Είναι η διαχείρισή της και κυρίως το ποιος τελικά ωφελείται από αυτήν. Το βασικό δίλημμα δεν θα απαντηθεί εδώ. Θα τεθούν μόνο τα διαθέσιμα στοιχεία. Σύμφωνα με τα δεδομένα των ξενοδοχειακών διανυκτερεύσεων του 2024, το 41,3% του συνόλου πραγματοποιήθηκε στον Δήμο Πύλου - Νέστορος. Ακολουθεί ο Δήμος Καλαμάτας με 28,7%, ο Δήμος Μεσσήνης με 13,4%, ο Δήμος Δυτικής Μάνης με 8,8% και ο Δήμος Τριφυλίας με 7,8%. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή στις διανυκτερεύσεις αλλοδαπών: το 51% καταγράφεται στον Δήμο Πύλου - Νέστορος, 16,3% στον Δήμο Καλαμάτας, 15,7% στον Δήμο Μεσσήνης, 10,7% στον Δήμο Δυτικής Μάνης και μόλις 6,2% στον Δήμο Τριφυλίας. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η Μεσσηνία προβάλλεται ως ενιαίος προορισμός, αλλά λειτουργεί στην πράξη ως άθροισμα άνισων τοπικών οικονομιών.
Το ερώτημα αν υπάρχει ενιαίο μεσσηνιακό αφήγημα ή αν το «για χάρη του βασιλικού ποτίζεται και η γλάστρα» παραμένει ανοιχτό. Εκείνο που δεν αμφισβητείται είναι ότι οι ισχυρές ιδιωτικές επενδύσεις παράγουν δυσανάλογα μεγαλύτερη διεθνή απήχηση από τις δημόσιες πολιτικές προβολής. Γι’ αυτό η Costa Navarino λειτουργεί ως αυτόνομος παγκόσμιος τουριστικός πόλος, ενώ η διεθνής της προβολή συχνά υπερβαίνει το γεωγραφικό της αποτύπωμα, επηρεάζοντας συνολικά την εικόνα της Μεσσηνίας.
Σε κάθε περίπτωση, η διάκριση των «New York Times» αποκαλύπτει το βαθύ έλλειμμα περιφερειακού αφηγήματος για την Πελοπόννησο. Αντί για έναν ενιαίο προορισμό, κυριαρχούν ισχυρά τοπικά ονόματα: Μεσσηνία, Αρχαία Ολυμπία, Σπάρτη, Μυκήνες, Μονεμβασιά, Ερμιονίδα, Ναύπλιο, Κορινθία. Ίσως η τοπική ηγεσία θα όφειλε να εξετάσει αν έχει νόημα η επιμονή σε ένα περιφερειακό αφήγημα, που δεν ενοποιεί ούτε διοικητικά ούτε οικονομικά. Ένα πιο καθαρό, ανταγωνιστικό πλαίσιο μεταξύ προορισμών ενδέχεται να περιγράφει πιο ρεαλιστικά την Πελοπόννησο όπως πραγματικά λειτουργεί.
