Η υπερβολική κρατική παρέμβαση, που μεταμφιέζεται σε «στήριξη», έχει ευνουχίσει κάθε έννοια επιχειρηματικότητας, μετατρέποντας τον αγροτικό κόσμο σε έναν ιδιότυπο δημόσιο υπάλληλο που ζει με το βλέμμα καρφωμένο στο δημόσιο ταμείο.
Σε οποιονδήποτε άλλο νομό που θα είχε το βλέμμα στραμμένο στην ελεύθερη αγορά και τον υγιή ανταγωνισμό, η υπονόμευση του ΠΟΠ Ελιά Καλαμάτα θα αποτελούσε αληθινή αιτία πολέμου. Οι υπουργοί των κυβερνήσεων του Αλέξη Τσίπρα και του Κυριάκου Μητσοτάκη, που με τις αποφάσεις τους επέτρεψαν να πωλούνται διεθνώς «Kalamata olives» από την Τουρκία και την Αίγυπτο, θα είχαν κηρυχθεί στη Μεσσηνία ανεπιθύμητα πρόσωπα. Αντί όμως για γενικευμένη εξέγερση, εισπράξαμε μια παγερή αδιαφορία.
Η εξήγηση είναι απλή και ταυτόχρονα απογοητευτική: η Μεσσηνία, ακολουθώντας την εθνική πεπατημένη, έχει στραμμένο το βλέμμα στις ενισχύσεις και όχι στην αγορά. Όταν το ενδιαφέρον εξαντλείται στο πότε θα «μπουν» οι επιδοτήσεις, η καταστρατήγηση του ΠΟΠ απασχολεί ελάχιστα τους Μεσσήνιους αγρότες και ακόμα λιγότερο την ελληνική κοινή γνώμη. Από εκεί και πέρα, ήταν θέμα χρόνου να ξεσπάσουν σκάνδαλα με τη διανομή των ενισχύσεων, όπως αυτά του ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι πολιτικοί, βλέποντας την ανοχή της κοινωνίας, πίστεψαν ότι η καταστρατήγηση της νομιμότητας είναι πλέον η νέα κανονικότητα.
Πλέον, βρισκόμαστε στο επόμενο στάδιο του καθοδικού σπιράλ. Η σταδιακή κατάρρευση του πρωτογενή τομέα είναι προ των πυλών, καθώς οι κοινωνικοί εταίροι συνεχίζουν να γυρνούν την πλάτη στην αγορά. Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε ξανά την ιστορική διαδρομή αυτής της εξάρτησης. Είναι όμως εξοργιστικό να βλέπουμε την πολιτική, επιχειρηματική και πνευματική ηγεσία του νομού να ζητά ακόμη μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση. Στα διάφορα κρατικοδίαιτα συνέδρια, οι ομιλητές απλώς επικυρώνουν την καταστροφική σχέση κράτους και παραγωγής, ζητώντας περισσότερες ενισχύσεις. Διαγράφουν έτσι κάθε προοπτική σύνδεσης του μεσσηνιακού προϊόντος με την παγκόσμια αγορά, καταδικάζοντας τον τόπο σε έναν αργό, «επιδοτούμενο» θάνατο.
