Οι ίδιοι θεωρούν ότι έρχονται στη ζωή με αποστολή να σώσουν την ανθρωπότητα από τους δυνάστες της. Όπως όλοι οι θεοπάλαβοι που αιματοκυλούν τον κόσμο επειδή πιστεύουν ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια, έτσι και αυτοί οι «μαχητές του πληκτρολογίου» δεν είναι ακίνδυνοι γραφικοί. Από τις τάξεις τους ξεπηδούν οι επόμενοι «μεσσίες». Αυτοί επιχειρούν να «διορθώσουν» τον κόσμο καταπνίγοντας κάθε αντίθετη φωνή, καθώς πιστεύουν ότι η πολυφωνία και η δημοκρατία συνδέονται άρρηκτα με την παρακμή της Δύσης και του καπιταλισμού. Και κάπως έτσι, η γραφικότητα μετατρέπεται σε κίνδυνο για το μέλλον του τόπου.
Πριν στεγνώσει το μελάνι, αυτόκλητοι σωτήρες της ανθρωπότητας σκοτώνουν στη Θεσσαλονίκη τη Βάγια Νέστορα. Για μια ακόμα φορά η ανομία και η κοινωνική ανοχή στην παρανομία οδηγούν σε απώλεια ζωής. Οι αρχές και αυτή την φορά κινητοποιούνται αφού πλέον γίνεται το κακό. Η ελληνική κοινωνία φαντασιώνεται διαρκώς ότι υπάρχει κάποιου είδους «χαμηλής έντασης βία» και ανέχεται όσους παρανομούν στο όνομα του πατριωτισμού, του διεθνισμού, της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ουσιαστικά, οι υψηλές αυτές αξίες χρησιμοποιούνται προσχηματικά και μόνο. Στόχος είναι να ασκηθεί δεξιόστροφη ή αριστερόστροφη βία από αυτόκλητους σωτήρες, οι οποίοι επιδιώκουν να υποκαταστήσουν ανεξέλεγκτα τους θεσμούς του κράτους δικαίου.
Φυσικά, όλοι αυτοί οι τιμητές των πάντων δεν θα διαθέτουν κανένα ηθικό έρεισμα, αν το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων καταδικάζει απερίφραστα τη βία, τονίζοντας το αυτονόητο: στη δημοκρατία το μονοπώλιο της νόμιμης βίας ανήκει αποκλειστικά στο κράτος, υπό αυστηρό έλεγχο και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Δυστυχώς, όμως, τα πολιτικά κόμματα επιλέγουν να καταδικάζουν τη βία ή να σπεκουλάρουν με τα θύματά της αλά καρτ, επιχειρώντας απλώς να αποκομίσουν ένα πρόσκαιρο ψηφοθηρικό όφελος.
Έτσι, οι δεξιοί καταδικάζουν με στεντόρεια φωνή την αριστερή βία, αλλά σιωπούν επιδεικτικά για τα ακροδεξιά, υπερπατριωτικά και ρατσιστικά παραληρήματα. Κλείνουν τα μάτια στα τάγματα εφόδου ή στις πράξεις αυτοδικίας σε βάρος μεταναστών και Ρομά. Από την άλλη πλευρά, οι αριστεροί καταδικάζουν τη δεξιά βία, αλλά παθαίνουν αφωνία μπροστά στα ακροαριστερά, υπερεπαναστατικά και αντιδημοκρατικά παραληρήματα. Ανέχονται τα δικά τους τάγματα εφόδου ή την αυτοδικία σε βάρος καθηγητών πανεπιστημίου και εβραίων ταξιδιωτών. Αν στο κάδρο προσθέσουμε τους οπαδούς και τους παράγοντες των αθλητικών συλλόγων, το γλυκό δένει ιδανικά. Αυτοί καταδικάζουν μόνο τις πράξεις βίας των αντίπαλων οπαδών, ενώ την ίδια στιγμή ζητούν επιείκεια ή άμεση απελευθέρωση για τα «δικά τους παιδιά».
Το αποτέλεσμα; Έχουμε μπροστά μας την καθαρή εικόνα μιας βαθιά διχασμένης κοινωνίας, η οποία εμφανίζεται ανά πάσα στιγμή έτοιμη να ξεκινήσει έναν άτυπο εμφύλιο με την πρώτη τυχούσα αφορμή.
