Με πρόσχημα πότε τον υπερτουρισμό, πότε την υπερδόμηση και πάντοτε την προστασία του περιβάλλοντος, υπερασπίζονται με πάθος την κατεστημένη τάξη πραγμάτων. Σε μια κανονική κοινωνία όλοι αυτοί θα ήταν απλώς γραφικοί. Εδώ όμως η στασιμότητα θεωρείται περίπου φυσιολογική κατάσταση. Όσοι αναζητούν μια καλύτερη ζωή φεύγουν στην Αττική ή στο εξωτερικό, αποφεύγοντας τη σύγκρουση με μια πλειονότητα που βολεύεται με διορισμούς, κρατικοδίαιτες μπίζνες και ένα οικονομικό σύστημα που τρέφεται από δημόσιους πόρους χωρίς να ρισκάρει ούτε ένα ευρώ. Έτσι εξηγούνται οι καθημερινές αναλύσεις στα κοινωνικά δίκτυα για τους τρομερούς «κινδύνους» που απειλούν τον τόπο από κάθε οικοδομική δραστηριότητα και από κάθε επένδυση που προσελκύει νέους κατοίκους.
Μην είστε αφελείς. Δεν τους ενοχλούν μόνο οι ξένοι επενδυτές, επειδή ορισμένοι πάσχουν από αντισημιτισμό. Δεν θέλουν κανέναν. Ονειρεύονται μια κλειστή κοινωνία, όπου θα ζουν οι ίδιοι, οι οικογένειές τους, οι Μεσσήνιοι τρίτης γενιάς και μερικοί εργάτες χωρίς χαρτιά, τους οποίους θα εκμεταλλεύονται και θα ξαποστέλνουν κατά βούληση. Πίσω από αυτή τη φαντασίωση συναντά κανείς άλλοτε τον ακροαριστερό κομισάριο, που νοσταλγεί καθεστώτα όπου χρειαζόταν η άδεια του κομματικού χαφιέ για να πάει κάποιος στην άλλη γειτονιά, και άλλοτε τον ακροδεξιό φύλαρχο, που ζητά πιστοποιητικό DNA με καταγωγή από τους αρχαίους Έλληνες. Η γραφικότητά τους θα ήταν ακίνδυνη, αν περιοριζόταν στις αναρτήσεις τους. Κυριαρχούν όμως στο διαδίκτυο και διαμορφώνουν την πολιτική ατζέντα. Τα κόμματα φοβούνται να συγκρουστούν μαζί τους, υιοθετούν τις παράλογες απαιτήσεις τους και γίνονται τελικά μέρος της παρακμής. Η πολιτική ηγεσία σύρεται πίσω από τους αυτόκλητους σωτήρες και παραδίδει το μέλλον του τόπου στους νοσταλγούς της απόλυτης αδράνειας.
