Πολλοί ταξιδιώτες ξεμένουν στην πόλη για λίγη ώρα πριν την πτήση τους και αντί αυτή η αναμονή να αποτελεί την καλύτερη διαφήμιση, συχνά μετατρέπεται σε μια μικρή οδύσσεια με βαλίτσες ανά χείρας και το άγχος του ρολογιού. Η διαφορά ανάμεσα στην ποιοτική εμπειρία και την ταλαιπωρία κρύβεται στις υποδομές, τις οποίες η τοπική κοινωνία και οι αρχές φαίνεται να αγνοούν επιδεικτικά. Το αυτονόητο ξεκινά από τις αποσκευές. Είναι απορίας άξιο πώς μια πόλη που θέλει να λέγεται τουριστική δεν διαθέτει δημόσιες θυρίδες φύλαξης (lockers) στο κέντρο. Ο επισκέπτης που φτάνει νωρίς το πρωί ή πετάει το απόγευμα, δεν έχει καμία διάθεση να σέρνει τη βαλίτσα του στην Αριστομένους ή στην Παραλία. Θέλει να περπατήσει ελεύθερος, να πιει έναν καφέ και να κάνει μια γρήγορη βόλτα στα μαγαζιά, αφήνοντας και το σχετικό συνάλλαγμα στην τοπική αγορά.
Εξίσου απογοητευτική παραμένει η σύνδεση της πόλης με το αεροδρόμιο. Σε μια σοβαρή ευρωπαϊκή πόλη, το σταθερό δρομολόγιο με τρένο ανά μισή ώρα θα θεωρούνταν δεδομένο. Εδώ, ο ταξιδιώτης πρέπει να επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου ή να ελπίζει στην τύχη του για να μη χάσει την πτήση. Η μετακίνηση από και προς το αεροδρόμιο αποτελεί την πρώτη και την τελευταία εντύπωση του επισκέπτη και προς το παρόν αυτή η εντύπωση είναι γεμάτη άγχος.
Το συγκριτικό πλεονέκτημα του Δήμου Καλαμάτας είναι η εγγύτητα του κέντρου με το λιμάνι και την Παραλία. Όλα είναι σε απόσταση αναπνοής. Μέσα σε ένα τρίωρο, ο ξένος μπορεί να πάρει μια γερή δόση από την πόλη, να δοκιμάσει τα προϊόντα μας και να αποφασίσει αν θα ξαναέρθει. Αν η πόλη οργανωθεί σωστά, αυτές οι λίγες ώρες είναι η καλύτερη επένδυση. Γιατί ο ταξιδιώτης που πέρασε όμορφα για τρεις ώρες, είναι ο ίδιος που θα επιστρέψει αύριο για τρεις ημέρες. Αν όμως τον αφήσουμε να παλεύει με τις βαλίτσες στα πεζοδρόμια, μάλλον θα μας χαιρετήσει οριστικά από το παράθυρο του αεροπλάνου.
