Τα καλλιεργούμενα στρέμματα στον Δήμο Καλαμάτας και στον Δήμο Μεσσήνης μειώνονται με ρυθμούς που θα ζήλευε και ο πιο αποτελεσματικός εκκαθαριστής επιχειρήσεων. Οι ανάγκες για προστασία της παραγωγής παραμένουν στα χαρτιά, ενώ οι φωνές για αλλαγή της αγροτικής πολιτικής, τη βελτίωση της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας χάνονται μέσα σε βουνά από αιτήσεις για κρατικές ενισχύσεις.
Η μεσσηνιακή πατάτα ακολουθεί με μαθηματική ακρίβεια την τύχη των τοπικών εσπεριδοειδών, που πλέον αποτελούν είδος προς εξαφάνιση. Το ίδιο συμβαίνει και με την πατάτα του Ταϋγέτου. Ένας γαστρονομικός θησαυρός, ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για τη Νότια Πελοπόννησο αφήνεται στην τύχη του, την ώρα που θα έπρεπε να αποτελεί τη «σημαία» της τοπικής μας κουζίνας. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο η παραγωγή, αλλά η νοοτροπία μας.
Οι Μεσσήνιοι δεν εκτιμούν τον πλούτο τους και δεν φροντίζουν να τον προσφέρουν στους επισκέπτες τους, για να αυξήσουν την υπεραξία της παραγωγής. Αλήθεια, πόσα καταστήματα εστίασης στη Μεσσηνία προσφέρουν ντόπιες πατάτες τηγανισμένες σε παρθένο ελαιόλαδο; Για εμάς τους ντόπιους, η τηγανητή πατάτα στο ελαιόλαδο είναι ένα συνηθισμένο πιάτο, σχεδόν αυτονόητο. Για τους επισκέπτες μας όμως, Ευρωπαίους και Έλληνες, είναι μια άγνωστη, εξωτική γεύση. Μια πολυτέλεια που το πορτοφόλι τους δεν επιτρέπει στην καθημερινότητά τους, αλλά θα πλήρωναν ευχαρίστως στις διακοπές τους. Αντί λοιπόν να σερβίρουμε αυτόν τον «χρυσό», η Μεσσηνία προτιμά να ταΐζει τους τουρίστες πατάτες Αφρικής τηγανισμένες σε τρανς λιπαρά αμφιβόλου ποιότητας. Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί παραμένουμε μία από τις φτωχότερες περιοχές της Ευρώπης.
Ο νομός δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα ότι ο πλούτος βρίσκεται στην αξιοποίηση των δικών του προϊόντων. Όσο συνεχίζουμε να ζητιανεύουμε επιδοτήσεις και ενισχύσεις, αντί να τηγανίζουμε τις δικές μας πατάτες στο δικό μας λάδι, θα βλέπουμε τα χωράφια μας να ερημώνουν και τα τραπέζια μας να γεμίζουν με εισαγόμενη μετριότητα.
