Θεωρητικά, η περιοχή συγκεντρώνει όλα τα πλεονεκτήματα που αναζητά ένας μόνιμος κάτοικος ή ένας επενδυτής παραθεριστικής κατοικίας. Συνορεύει με το μεγάλο αστικό κέντρο της Καλαμάτας, βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το Νοσοκομείο, το Αεροδρόμιο και τις διοικητικές υπηρεσίες, ενώ διαθέτει ένα απέραντο παραλιακό μέτωπο. Θεωρητικά, η ζήτηση για οικόπεδα και νέες οικοδομές θα έπρεπε να χτυπάει κόκκινο, ξεπερνώντας ακόμα και τις επιδόσεις της Μάνης ή της Πυλίας. Η πραγματικότητα των αριθμών όμως προσγειώνει ανώμαλα όσους αρέσκονται σε ευχολόγια. Την τελευταία δεκαετία, ο Δήμος Πύλου-Νέστορος μέτρησε 1.090 νέες κατοικίες, ο Δήμος Δυτικής Μάνης 1.106 και ο Δήμος Μεσσήνης μόλις 255. Αυτά τα στοιχεία από μόνα τους θα έπρεπε να ανάψουν φωτιές και να προκαλέσουν έναν σοβαρό, έντονο διάλογο στο Δημοτικό Συμβούλιο Μεσσήνης.
Αντί για σιωπή, επιβάλλεται να ξεκινήσει μια ουσιαστική διερεύνηση για τα αίτια αυτής της καθίζησης. Το ζήτημα είναι προφανώς πολυπαραγοντικό και κανείς δεν μπορεί να το αποδώσει σε μία μόνο αιτία. Πρέπει να εξεταστεί, για παράδειγμα, αν η γειτνίαση με την Καλαμάτα λειτουργεί τελικά ως παγίδα, καθώς αρκετοί προτιμούν να πληρώσουν κάτι παραπάνω για να μείνουν στην πρωτεύουσα αντί στο «προάστιο» της Μεσσήνης. Χρειάζεται επίσης απάντηση στο γιατί η περιοχή υστερεί τόσο πολύ στην εξοχική κατοικία, όταν δήμοι που απέχουν πολύ περισσότερο από το Αεροδρόμιο καταγράφουν ρεκόρ ανέγερσης. Για να προλάβουμε μάλιστα τις γνωστές εύκολες και ρατσιστικές φωνές, δεν ευθύνονται οι Ρομά για τη στασιμότητα του τόπου. Η κύρια ευθύνη βαραίνει τη δημοτική αρχή, η οποία αδυνατεί διαχρονικά να προβάλει και να αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του δήμου. Ίσως γιατί έχει την προσοχή της στραμμένη αποκλειστικά στην εκλογική πελατεία της ενδοχώρας, αφήνοντας τα παραλιακά φιλέτα στη μοίρα τους. Ο Δήμος Μεσσήνης παραμένει εγκλωβισμένος σε ένα βαθιά αγροτικό μοντέλο με καλλιέργειες που φθίνουν. Αν συνεχίσει έτσι, ένας πεδινός και παραθαλάσσιος τόπος θα βρεθεί πολύ σύντομα αντιμέτωπος με τον ορατό κίνδυνο της πλήρους ερήμωσης.
