Σήμερα αναλύουμε την τρίτη μεγάλη κατηγορία αυτής της ιδιότυπης παρέας: την εκάστοτε αντιπολίτευση, η οποία λέει «όχι σε όλα» με μοναδικό σκοπό να γίνει κυβέρνηση, δημοτική ή περιφερειακή αρχή. Ακόμα κι αν δεν το φωνάζει, στοιχίζεται σιωπηλά πίσω από τα άκρα και νομιμοποιεί τον αντισυστημισμό.
Στην ελληνική πολιτική σκηνή, ο όρος δομική αντιπολίτευση περιγράφει μια στρατηγική συνολικής, βαθιάς και σκληρής σύγκρουσης με την εκάστοτε κυβέρνηση ή τοπική αρχή. Βλέπουμε μια καθολική αμφισβήτηση του κυβερνητικού έργου, της φιλοσοφίας και της πολιτικής κατεύθυνσης της εξουσίας. Ιστορικά, τη στρατηγική αυτή εφαρμόζουν κυρίως τα μεγάλα κόμματα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε περιόδους έντονης πόλωσης. Αποτελεί όμως και τη μόνιμη γραμμή κομμάτων της αριστεράς, τα οποία αντιπαρατίθενται δομικά με το ίδιο το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα. Τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η Νέα Δημοκρατία, από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης μέχρι να συγκυβερνήσουν το 2011, ασκούν δομική αντιπολίτευση με ολέθριες συνέπειες για την Ελλάδα. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης είναι ότι το κόμμα που την ασκεί δεν αναζητά σημεία σύγκλισης ή συμβιβασμούς. Αντίθετα, αντιμετωπίζει τις κυβερνητικές επιλογές ως ένα ενιαίο, ελαττωματικό σύστημα που πρέπει να ανατραπεί ή να αντικατασταθεί εξολοκλήρου. Στην πράξη, η δομική αντιπολίτευση στην Ελλάδα εκφράζεται μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές συμπεριφορές. Παρατηρούμε καταψήφιση επί της αρχής και απόρριψη σχεδόν του συνόλου των νομοθετικών ή κανονιστικών πρωτοβουλιών, με το σκεπτικό ότι η βασική τους φιλοσοφία είναι λανθασμένη. Διαμορφώνεται μέτωπο σε κορυφαία ζητήματα, όπως ο προϋπολογισμός, η εξωτερική πολιτική, οι μεγάλες θεσμικές μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις.
Παράλληλα, βλέπουμε μεταφορά της σύγκρουσης εκτός Βουλής με έμφαση στην κοινωνική αντιπολίτευση, στήριξη ή διοργάνωση απεργιών, διαδηλώσεων και κινητοποιήσεων, ώστε να ασκηθεί πίεση μέσω του δρόμου. Στη σύγκρουση εκτός Βουλής και εκτός περιφερειακών ή δημοτικών συμβουλίων κυριαρχούν οι «αγώνες» κατά επενδυτικών σχεδίων με κύριο πολιτικό στόχο να μην πιστωθεί η κυβέρνηση ή η τοπική αρχή την επιτυχία της επένδυσης. Όλα αυτά συνοδεύονται από ένα συχνό και πρόωρο αίτημα για εκλογές, καθώς η κυβέρνηση θεωρείται πολιτικά απονομιμοποιημένη ή επικίνδυνη για τον τόπο.
Μετά την κατάρρευση του δικομματισμού η ενισχύεται η κοινωνική δομική αντιπολίτευση ενώ στη Βουλή και στην αυτοδιοίκηση υπερισχύει η μάχη για τη νομή της εξουσίας και του δημόσιου ταμείου. Και σε αυτόν τον πόλεμο εννοείται ότι δεν χωρούν επενδύσεις. Σχεδόν όλα τα επενδυτικά σχέδια αντιμετωπίζονται αρχικά με καχυποψία και στη συνέχεια εχθρικά, ως στοιχείο του αντίπαλου συστήματος που πρέπει να ανατραπεί. Στην πραγματικότητα, οι συγκυβερνήσεις τόσο της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ όσο και του ΣΥΡΙΖΑ με τους Ανεξάρτητους Έλληνες αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν δύο κόσμοι, αλλά μεγάλο περιθώριο συνεργασιών. Οι ελληνικές πολιτικές δυνάμεις όμως, επειδή στερούνται εναλλακτικών προτάσεων, προτιμούν να στρέφονται κατά του συστήματος και των επενδύσεων, ενισχύοντας τελικά τον αντισυστημισμό.
